Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

Διάδοσις και επικράτησις του Χριστιανισμού εν Β. Ηπείρω.








Πότε και υπό τίνος διεδόθη ακριβώς ο Χριστιανισμός εις την Βόρειον Ήπειρον δεν γνωρίζομεν. Εκ χωρίων του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων συμπεραίνομεν, ότι ο χριστιανισμός διεδόθη πιθανώς εις την Β. Ήπειρον εκ Μακεδονίας τον Α΄ αιώνα μ.Χ. υπ’ αυτού τούτου του Αποστόλου Παύλου ή των μαθητών αυτού, ως τούτο παραδέχονται και ο Π. Αραβαντινός και ο Μητροπολίτης Άνθιμος Αλεξούδης. Εκ του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων μανθάνομεν ότι: 1) ο Απόστολος Παύλος ελθών εις Μακεδονίαν μετά του Σίλα επεσκέφθη τας Μακεδονικάς πόλεις Νεάπολιν, Φιλίππους, Αμφίπολιν, Θεσσαλονίκηςν και Βέρροιαν, 2) ο αυτός Απόστολος εξ Ασίας απέστειλεν εις Μακεδονίαν και Αχαΐαν τον Τιμόθεον και τον Έρασμον και 3) επανελθών ο Παύλος εις την Μακεδονίαν περιώδευσεν αυτήν, έχων ως συνοδούς τον Σωσίπατρον, τον Αρίσταρχον, τον Σεκούνδον, τον Γάϊον, τον Τιμόθεον, τον Τυχικόν και τον Τρόφιμον. Την ανωτέρω υπόθεσιν ενισχύει εμμέσως και χωρίον της προς Ρωμαίους επιστολής του Παύλου, ένθα αναφέρεται ότι ούτος προήλασε από «Ιερουσαλήμ κύκλω του Ιλυρρικού», περιλαμβάνοντος τότε και την Ιλλυρίαν, την Μακεδονίαν, την Νέαν και Παλαιάν Ήπειρον και πάσαν την λοιπήν Ελλάδα.
Δεν αποκλείεται ο χριστιανισμός να διεδόθη εις την Β. Ήπειρον και κατ’ αρχάς εις τα παραθαλάσσια μέρη αυτής εκ της Νικοπόλεως της Ηπείρου την οποίαν επεσκέφθη ο Απόστολος Παύλος κατά το 62/3, ως τούτο συνάζεται εκ της προς τον εν Κρήτη διατρίβοντα Επίσκοπον Τίτον ποιμαντορικής επιστολής αυτού.
Ευσεβείς αρχαίαι παραδόσεις, αμφιβόλου κύρους, αναφέρουν ότι ο Ακύλας, είς εκ των εβδομήκοντα Αποστόλων, πολλούς των Ηπειρωτών, Ακαρνάνων και Λευκαδίων προσηλύτισεν και ότι ο Απόστολος Παύλος εγκατέστησε πρώτον Επίσκοπον Δυρραχίου τον Καίσαρα.
Ως προς τας δυσχερείας, τας οποίας συνήντησεν η διδασκαλία του Σωτήρος εν Β. Ηπείρω, δεν έχομεν ακριβείς πληροφορίας, αλλ’ εφ’ όσον έχομεν Επισκοπάς εν αυτή προ του Ε΄ αιώνος μ.Χ. συμπεραίνομεν ότι η νέα Θρησκεία διεδόθη ευρέως και ταχέως εν Β. Ηπείρω και ότι αύτη από τα τέλη του Δ΄ αιώνος θα απετέλει την θρησκείαν της πλειοψηφίας των κατοίκων της περιοχής ταύτης. Τούτο δε προκύπτει και εκ των αρκετών μαρτύρων, τους οποίους προσέφερεν η Β. Ήπειρος κατά τους πρώτους διωγμούς των χριστιανών υπό του Ρωμαϊκού κράτους, ως τον Άστιον ή Αστείον, μαρτυρήσαντα τω 98 μ.Χ., την Ευανθίαν μετά του υιού αυτής Ελευθερίου, Επισκόπου Αυλώνος, μαρτυρήσαντος επί Ανδριανού τω 120 μ.Χ., τον μάρτυρα Δάνακτα, μαρτυρήσαντα ως μη δεχθέντα να θυσιάση τοις ειδώλοις, και τους μάρτυρας Θερίνον και Δονάτον, μαρτυρήσαντας εν Βουρθωτώ κατά τον επί Δεκίου διωγμόν (250 μ.Χ.).
Πλην τούτων ασφαλείς ιστορικαί ενδείξεις περί της ταχείας εξαπλώσεως του χριστιανισμού εν Β. Ηπείρω είναι και τα δεδομένα των ανασκαφών, διότι έχομεν παλαιοχριστιανικάς βασιλικάς από τον Ε΄ και Στ΄ αιώνα μ.Χ. Τοιαύτα παλαιοχριστιανικά μνημεία είναι οι ναοί: των Αγίων Σαράντα, του Άνω Λαμπόβου, του Μεγάλου Αθανασίου εν Πολυτσάνη, του Ζερβατίου, του Βραχογοραντζή, του Βουθρωτού, ένθα ανεκαλύφθη μέγα βαπτιστήριον του Ε΄ μ.Χ. αιώνος, και άλλοι. Πλην των μνημονευθέντων τούτων έργων, μικροτέρας σημασίας ναοί θα υπήρχον εν Β. Ηπείρω από των αρχών του Δ' αιώνος μ. Χ., ότε συνετελέσθη ή πλήρης επικράτησις του χριστιανισμού, προσέτι δε και συγκεντρώσεις χριστιανών θα εγίνοντο εις ιδιωτικάς οικίας, ίσως εν κρυπτώ κατά τους πρώτους μ.Χ. αιώνας, ιδιαίτερα κατά την εποχήν των διωγμών, και ναοί εθνικοί θα μετεβλήθησαν εις χριστιανικάς εκκλησίας, ως εγένετο καί εις άλλα μέρη της Ελλάδος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου