Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Η ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΒΕΡΑΤΙΟΥ (ΒΕΛΕΓΡΑΔΩΝ)

















Το Βεράτιον ή Βεράτι ή Μπεράτι είναι πόλις της Β. Ηπείρου, κειμένη παρά τον Άψον ποταμόν. Η πόλις εκαλείτο υπό των Τούρκων Αρναούτ-Μπελιγραντί, ήτοι Βελιγράδιον της Αλβανίας ή και απλώς Μπελγράτ, εξ ού κατά συγκοπήν Μπεράτ. Εκκλησιαστικώς λέγεται Βελέγραφα. Η ονομασία αύτη προήλθε κατά τον Άνθιμον Αλεξούδην εκ των Σερβοβουλγαρικών λέξεων βιέρο και γράδ ή γρόδ (=λευκή πόλις, ωραία πόλις), εκ τούτου δε ίσως τινές των Μητροπολιτών υπέγραφον Βελαγράδων, Βελλαγράδων, Βελογράδων και Βελεγράδων προς διαστολήν αυτών από τους Μητροπολίτας Βελιγράδων ή Βελιγραδίου της Σερβίας.
Κατά την ιστορικήν παράδοσιν η πόλις ιδρύθη, υπό της Πουλχερίας, αδελφής του αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β΄. Δια τούτο και η κατά τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους αναφερομένη Πουλχεριούπολις ταυτίζεται προς το σημερινόν Βεράτιον. Της πόλεως δεσπόζει φρούριον, περιβαλλόμενον υπό ισχυρού τείχους, εις το εσωτερικόν του οποίου ευρίσκεται η Μητρόπολις και είκοσι μεγάλοι και μικροί ναοί. Το Βελιγράδιον ή Μπεράτιον περιήλθεν υπό στο σκήπτρον της Οθωμανικής κυβερνήσεως τω 1440 επί Μουράτ Β΄ και παρέμεινεν υπό την κυριαρχίαν των Τούρκων μέχρι τέλους των Βαλκανικών πολέμων, οπότε περιελήφθη (1913) εντός των ορίων του νεοϊδρυθέντος Αλβανικού κράτους, παρά τας αντιδράσεις και διαμαρτυρίας των τότε 89184 Ελλήνων κατοίκων των περιοχών Μπερατίου και Αυλώνος.
Το Βεράτιον απετέλεσεν έδραν της Επισκοπής Βελεγράδων, συγκροτηθείσης εκ των πάλαι ποτέ διαλαμψασών Επισκοπών Πουλχεριουπόλεως, Σπαθίας και Μουζακίας, Γραδιτζίου, Απολλωνίας, Αυλώνος ή Αυλωνίας και Κανίνης ή Γλαβινίτζης. Αι Επισκοπαί αύται, εκλειψασών των πόλεων των εδρών τούτων και ελαττωθέντων των χριστιανών των επαρχιών αυτών, συνεπεία διαφόρων πολιτικών μεταβολών και ιστορικών περιπετειών, ηνώθησαν μετά της Επισκοπής Πουλχεριουπόλεως, προαχθείσης βραδύτερον εις Μητρόπολιν υπό τον τίτλον «Βελεγράδων, Κανίνης και Σπαθίας». Επειδή εν Notitiis 3,619 ο «Πολυχεροπόλεως» αναφέρεται ως ΙΔ΄ υπό τον Μητροπολίτην Δυρραχίου και ΙΒ΄ ο Βελεγράδων υπό τον Αρχιεπίσκοπον Αχρίδος εν των Α΄ Διατάγματι του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι η ονομασία Βελεγράδων αντί Πουλχεριουπόλεως ανεφάνη μετά το έτος 976 και προ του έτους 1020.
Ο Μητροπολίτης Βελεγράδων κατά τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων Δοσίθεον φαίνεται δεύτερος τη τάξει των Μητροπολιτών των υποκειμένων της Αρχιεπισκοπή Αχρίδος. Μετά την κατάρτησιν της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος (1767) μέχρι του θανάτου του βελεγράδων Ιωάσαφ Β΄ (1885), ο Γελεγράδων κατείχε τον 78 βαθμόν εν τη τάξει των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Θρόνου. Τω 1835 επί Μητροπολίτου Ανθίμου Αλεξούδη απενεμήθη υπό της Μεγάλης Εκκλησίας εις τον Μητροπολίτην Βελεγράδων ο τίτλος της υπερτιμίας και εξαρχίας πάσης Αλβανίας, φημιζομένου του Μητροπολίτου εφεξής «Βελεγράδων, Κανίνης και Σπαθίας υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Αλβανίας». Επί Πατριάρχου Ιωακείμ του από Κυζίκου η Μητρόπολις Βελεγράδων προήχθη εις τον 60 βαθμόν και βραδύτερον εις τον 55 του καταλόγου των τάξεων των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Θρόνου. Τω 1929 εν των Εκκλησιαστικώ Συνεδρίω Κορυτσάς, ένθα ανεκηρύχθη αντικανονικώς Αυτοκέφαλος η Ορθόδοξος εν Αλβανία Εκκλησία, υπεβιβάσθη η Μητρόπολις Βελεγράδων εις Επισκοπήν, πληρωθείσης της θέσεως υπό του αντικανονικώς εκλεγέντος Αγαθαγγέλου Τσάμτση εκ Κορυτσάς. Τω 1937, ότε ανεγνωρίσθη υπό του Πατριάρχου Κων/πόλεως το Αυτοκέφαλον της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας, η Μητρόπολις μετωνομάσθη εις Επισκοπήν Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης, πληρωθείσης της θέσεως δια του ανωτέρω μνημονευθέντος Επισκόπου Αγαθαγγέλου Τσάμτση, αρθείσης προηγουμένως της καθαιρέσεως αυτού.
Επίσκοποι και Μητροπολίται Βελεγράδων
Δεν γνωρίζομεν πάντας τους χρηματίσαντας Αρχιερείς της επαρχίας Βελεγράδων. Αχρονολογήτως αναφέρονται υπό του Ανθίμου Αλεξούδη οι εξής εννέα Επίσκοποι: Φιλάρετος, Σεραφείμ, Δανιήλ, Ματθαίος, Μελέτιος, Νεκτάριος, Λεόντιος, Ιγνάτιος και Ευθύμιος.
1. Νεκτάριος, αναφερόμενος κατ’ απρίλιον 1668
2. Παρθένιος, αναφερόμενος τη 1 Απριλίου 1683
3. Ιγνάτιος, αναφερόμενος τη 8 Αυγούστου 1685, την δε 13 Αυγούστου 1693 προήχθη εις τον θρόνον της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος.
4. Νεκτάριος, αναφερόμενος τον αύγουστον 1699
5. Διονύσιος, αναφερόμενος των 1710. κατήγετο εκ του χωρίου Πετροντή του θέματος Βερατίου.
6. Θεοδόσιος, φαίνεται υπογεγραμμένος από το 1715 μέχρι του 1716
7. Νικηφόρος, φέρεται υπογεγραμμένος από την 5 Ιουλίου 1718 μέχρι της 31 Ιανουαρίου 1725
8. Κοσμάς, αναφερόμενος τη 2 Νοεμβρίου 1727, τη 4 Μαΐου 1733 και τη 16 Φεβρουαρίου 1734
9. Μεθόδιος, εκ του χωρίου Μπουμπουλινάνι της Μεγάλης Μουζακιάς. Φέρεται υπογεγραμμένος από την 20 Μαΐου 1736 και εφεξής μέχρι του 1751, ότε απέθανε.
10. Ιωάσαφ, Αναφέρεται από τον απρίλιον του 1752 μέχρι του 1759
11. Ιωάσαφ, εκλεγείς το α΄ τον Ιούνιον του 1759
12. Ευθύμιος Β΄ (1761-1763)
13. Παρθένιος (1763-1765).
14. Ιωάσαφ το β΄ (1765-1767
15. Ιωαννίκιος (1767-1769)
16. Γεράσιμος (1769-1772)
17. Ιωάσαφ (1772-1800), καθαιρεθείς
18. Μελέτιος Β΄ (1801-1802)
19. Ιωάσαφ Β΄ (1802-1855), εκ Μπουμπουλιμάνι.
20. Άνθιμος Αλεξούδης (1855-1887). Λόγιος ιεράρχης και ενεργητικώτατος. Εγεννήθη εν Μαδύτω τω 1824. την 22 Φεβρουαρίου 1855 εχειροτονήθη Μητροπολίτης Βελεγράδων, τα οποία εποίμανε μέχρι του 1887, οπότε μετετέθη εις την Μητρόπολιν Αμασείας, την οποίαν διηύθυνε μέχρι του 1908. Διετέλεσε πολλάκις συνοδικός και ηργάσθη εν Κων/πόλει μετά ζήλου ως πρόεδρος της εφορείας της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Κατεγίνετο εις ιστορικάς μελέτας και ιδία εις την συγγραφήν επισκοπικών καταλόγων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των ημερών του.εξέδωκεν αρκετά έργα. Απέθανε τη 11 Φεβρουαρίου 1909 εν Μουχλίω και ετάφη εν τω νεκροταφίω της Ζωοδόχου Πηγής της Κων/πόλεως.
21. Δωρόθεος (1887-1900)
22. Βασίλειος Παπαχρήστου (1900-1909). Μετετέθη εις την Μητρόπολιν Δρυϊνουπόλεως. Περί τούτου εγένετο λόγος ανωτέρω.
23. Καλλίνικος (1909-1911). Μετετέθη εις την Μητρόπολιν Βερροίας.
24. Ιωακείμ Μαρτιανός (1911-1924). Εγεννήθη εν Μοσχοπόλει το 1875. Εφοίτησεν εις την Μεγάλην του Γένους Σχολήν και εις την Θεολογικήν Σχολήν Χάλκης. Τω 1903 προσήλθεν εις τα τάξεις του Κλήρου. Τω 1911 εξελέγη Μητροπολίτης Βελεγράδων, ένθα επέδειξεν απαράμιλλον ζήλον ως προς την καθόλου αναδριοργάνωσιν της επαρχίας του. Τω 1924 εκδιωχθείς υπό των Τούρκων κατέφυγεν εις την Ελλάδα, ένθα εξελέγη Μητροπολίτης Παραμυθίας. Τω 1925 μετετέθη εις την Μητρόπολιν Νέας Πελαγωνίας (1925-1935), είτα εις την Μητρόπολιν Ξάνθης (1935-1942), ακολούθως εις την Μητρόπολιν Πολυανής και Κιλκισίου (1942-1945) και τέλος δια δευτέραν φοράν εις την Μητρόπολιν Πολυανής και Κιλκισίου (1942-1945) και τέλος δια δευτέραν φοράν εις την Μητρόπολιν Ξάνθης (1945-1953), παραμείνας εις αυτήν μέχρι του θανάτου του. Υπήρξε λόγιος, φιλόμουσος και εργατικός ιεράρχης. Δείγμα της φιλοπονίας του είναι αι τέσσαρες επιστημονικαί ιστορικαί μελέται του, εξ ών δύο ανέκδοτοι, αίτινες αποτελούν σπουδαίαν συμβολήν εις την ιστορίαν της Β. Ηπείρου.
25. Αγαθάγγελος Τσάμτσης (1929-1938).
26. Κύριλλος Τσούλης, εκ Τιράνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου