Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Η ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΟΡΥΤΣΑΣ





Τοποθεσία και εξέλιξις
Η Κορυτσά ή Κοριτσά είναι πόλις της Β. Ηπείρου, κειμένη επί της ΝΑ άκρας του ομωνύμου λεκανοπεδίου. Κατά τινα σημείωσιν αναγεγραμμένην εις σωζόμενον αρχαίον κώδικα της Μητροπόλεως Κορυτσάς, συνταχθέντα επί των ημερών του Μητροπολίτου Κορυτσάς Παρθενίου (1670-1676) και περιέχοντα πρακτικά τινα ή συμβόλαια, η πόλις Κορυτσά εκτίσθη τω 1490 επί Σουλτάνου Βαγιαζήτ και πιθανώτατα επί υπαρχούσης εκεί μικράς και ασήμου μεσαιωνικής κώμης, ήτις εκαλείτο «Επισκοπή», ιδρυθείσα τον ΙΑ΄ αιώνα.
Άγνωστος είναι και ο χρόνος της ιδρύσεως της Επισκοπής Κορυτσάς. Κατά την προ του ΙΑ΄ αιώνος περίοδον μέχρι του 1030 η περιφέρεια Κορυτσάς υπήγετο, ως συνάγεται εκ Χρυσοβούλου του Βασιλείου
του Βουλγαροκτόνου, εις την Μητρόπολιν Καστορίας, από δε του 1030 μέχρι 1490 εις την Επισκοπήν Κολώνης και Δεβόλης, προελθούσαν εκ της διαιρέσεως της Επισκοπής Καστορίας.
Η Επισκοπή Κορυτσάς μέχρι του 1670 υπήγετο υπό τον Αρχιεπίσκοπον Αχρίδος και εκυβερνάτο προεδρικώς παρά τούτου. Κατά το έτος τούτο, ως αναφέρει ο σωζόμενος κώδιξ της Μητροπόλεως Κορυτσάς, ο εκ της πόλεως ταύτης προεχρόμενος Αχριδών Παρθένιος, ανύψωσε την γενέθλιον πόλιν τις Μητρόπολιν. Εις την δικαιοδοσίαν της νέας Μητροπόλεως υπήχθη η Επισκοπή Δεβόλης και Κολωνίας, ονομασθείσα «Κορυτσάς και Σελασφόρου». Η Μητρόπολις αύτη από της αναδείξεως μέχρι και του 1767 φαίνεται πολλάκις μεν έχουσα ίδιον αυτής Μητροπολίτην, ενίοτε δε κατεχομένη και διοικουμένη προεδρικώς υπό του Αρχιεπισκόπου Αχρίδος.
Μετά την διάλυσιν της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος (1767), γενομένην επί Μητροπολίτου Κορυτσάς Γενναδίου (1766-1779), η Μητρόπολις Κορυτσάς προσηρτήθη εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον υπό τον τίτλον «Κορυτσάς και Σελασφόρου», καταλαβούσα τον 75 βαθμόν των υπό τον Οικουμενικόν Θρόνον Μητροπολιτών». Ο διαδεχθείς τον Γεννάδιον Μητροπολίτης Ιωακείμ (1779-1790), λόγω παρακμής της πόλεως Σελασφόρου, καθιέρωσε τον τίτλον «Κορυτσάς και Μοσχοπόλεως», καθ’ όσον η Μοσχόπολις, κτισθείσα τω 1338, είχεν ήδη καταστή περί τα μέσα της ΙΗ΄ εκατονταετηρίδος λίαν επίσημος και ανθηρά πόλις, οφείλουσα την άνθησιν αυτής εις την γενναιοδωρίαν των αποδημούντων τέκνων αυτής. Ο τίτλος «Κορυτσάς και Μοσχοπόλεως» διετηρήθη μέχρι του Μητροπολίτου Κορυτσάς Ιωάσαφ του εκ Μοσχοπόλεως (1798-1816), από δε του 1816 μέχρι του 1828 καθιερώθη αυθαιρέτως υπό του Μητροπολίτου Μελετίου (1816-1828) ο τίτλος «Κορυτσάς, Σελασφόρου και Μοσχοπόλεως». Από του Μαρτίου 1828 μέχρι του Μαΐου 1834 ηνώθη τη Μητροπόλει Κορυτσάς η Αρχιεπισκοπή Πωγωνιανής με δευτέραν έδραν την μονήν Μολυβδοσκεπάστου. Η ένωσις δε αύτη εγένετο επί Μητροπολίτου Κορυτσάς Βησσαρίωνος, προσαγορευθέντος «Κορυτσάς και Πωγωνιανής». Τω 1835, συνοδική αποφάσει του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο εκ Βερροίας Κύριλλος ετιτλοφορήθη «Κορυτσάς και Πρεμετής», αλλά τω 1885 προσετέθη και πάλιν αυτοβούλως υπό του Μητροπολίτου Φιλοθέου ο τίτλος «Κορυτσάς, Πρεμετής και Μοσχοπόλεως». Κατά το 1875 επί του Μητροπολίτου Δωροθέου προσετέθη εις τον Μητροπολίτην Κορυτσάς και Πρεμετής και η τιμητική φήμη του «υπερτίμου και εξάρχου Άνω Μακεδονίας», ήτις διετηρήθη μέχρι του 1916. Κατά τον Ιανουάριον του 1902 η Μητρόπολις Κορυτσάς κατέλαβε τον 34 βαθμόν εις την σειράν των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν τω Συνταγματίω αυτού.
Μετά την πραξικοπηματικήν ανακήρυξιν ως αυτονόμου της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας (1929), ως θα ίδωμεν κατωτέρω, και του υποβιβασμού των εν Β. Ηπείρω Μητροπόλεων εις Επισκοπάς η επαρχία Κορυτσάς διηυθύνετο επιτροπικώς υπό του αυτοανακηρυχθέντος Αρχιεπισκόπου και Μητροπολίτου Τιράνων και Δυρραχίου Βησσαρίωνος Τζοβάνι, τη συναινέσει της Αλβανικής κυβερνήσεως. Βραδύτερον ετοποθετήθη εις την έδραν της Κορυτσάς ο από του 1923 προσχωρήσας εις την Αλβανικήν Εκκλησίαν Επίσκοπος Συνάδων Χριστόφορος. Την 3 Απριλίου 1937, ότε ανεγνωρίσθη υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου το Αυτοκέφαλον της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας, εξελέγη Επίσκοπος αυτής ο ιερομόναχος Ευλόγιος Κουρίλας, ποιμάνας την επαρχίαν του μέχρι του 1939, ότε εξεδιώχθη υπό των εισβαλόντων εις Αλβανίαν Ιταλών, ως μη κεκτημένος την αλβανικήν υπηκοότητα.
Επίσκοποι Κορυτσάς
1. Νίμφων (1390), γνωστός εξ επιγραφής του ναού της Μπόριας, κειμένης ΒΔ της Κορυτσάς.
2. Γαβριήλ (1572-1580)
3. Ζωσιμάς (1600). Αρχιεπίσκοπος ών Αχριδών διηύθυνε προεδρικώς και την Μητρόπολιν Κορυτσάς.
4. Νεόφυτος (1624). Είναι γνωστός από ένα ταξίδι εις την Ρωσίαν τω 1628. έχει υπογράψει τω 1624 επιστολήν του Αρχιεπισκόπου Πορφυρίου προς τον Πάπαν Ουρβανόν Η΄ (1623-1644).
5. Μητροφάνης (1634)
6. Παρθένιος (1670-1676), εκ Κορυτσάς. Αρχιεπίσκοπος ών Αχριδών διηύθυνε προεδρικώς και την Επισκοπήν Κορυτσάς.
7. Μακάριος (1691-1693)
8. Αθανάσιος (1694-1696)
9. Δανιήλ (1696-1709), πρώην Δυρραχίου.
10. Ιωάσαφ (1709-1719) και προεδρικώς 1719-1745). Διαπρεπής και επιφανής ιεράρχης. Εγεννήθη εν Μοσχοπόλει τω 1660. Ήτο ανήρ φιλόμουσος, μεγαλεπήβολος, πολυπράγμων και οξυδερκής. Τω 1706 εξελέγη Επίσκοπος Πρεσπών και την 4 Ιουνίου 1709 εψηφίσθη Μητροπολίτης Κορυτσάς. Την 4 Φεβρουαρίου 1719 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αχριδών, διατηρών προεδρικώς και την επαρχίαν Κορυτσάς από του 1719 μέχρι του 1745. Κατά το διάστημα της μακράς ποιμανοτρίας του μερίμνη αυτού ετελέσθησαν πλείστα έργα. Προνοία αυτού ανελάμβανον αι συντεχνίαι της Μοσχοπόλεως και έστελον εις το εξωτερικόν πολλούς νέους, οι οποίοι εσπούδαζον φιλολογίαν, θεολογίαν, ιατρικήν και οι οποίοι επιστρέφοντες έδρων ευεργετικώς υπέρ του τόπου των. Αφιέρωσεν εις την Μεγάλην Εκκησίαν Αχριδών, την κατασκευασθείσαν εν Βιέννη υπό πολυταλάντων συμπολιτών του, βαρύτατον αργυρόχρυσον μίτραν, εγκαλλωπισμένην μετά πολυτίμων αδαμάντων και ετέρων πολυτίμων λίθων. Είχε και αδελφόν κληρικόν, ονομαζόμενον Γεώργιον, φέροντα το οφφίκιον του οικονόμου και του εκκλησιαστικού επιτρόπου. Ο Ιωάσαφ απέθανε τη 22 Οκτωβρίου 1745 και ετάφη εν Αχρίδι.
11. Γεράσιμος, αναφερόμενος τη 21 Μαΐου 1740 ως Κορυτσάς, αλλά πρόκειται περί βοηθού Επισκόπου του Αχριδών Ιωάσαφ.
12. Γρηγόριος, αναφερόμενος τη 21 Μαΐου 1740 ως Κορυτσάς, αλλά πρόκειται και τούτου περί βοηθού Επισκόπου του Ιωάσαφ.
13. Νικηφόρος (1746-1752)
14. Μακάριος (1752-1756)
15. Δανιήλ, αναφερόμενος τη 6 Μαρτίου (1759-1763).
16. Διονύσιος. Εγένετο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος τω 1752 διαδεχθείς τον Ιωσήφ. Τω 1765 εγένετο Μητροπολίτης Κορυτσάς, ως μανθάνομεν εκ Συνοδικής Πράξεως του Πατριάρχου Κων/πόλεως Σαμουήλ (1763-1768). Καθηρέθη δια πολλάς παραβάσεις του.
Μητροπολίται Κορυτσάς
1. Γεννάδιος (1766-1779)
2. Ιωακείμ (1779-1790), πρώην μοναχός.
3. Κωνσταντίνος (1790-1798).
4. Ιωάσαφ (1798-1816), Μοσχοπολίτης και πρώην Χαριουπόλεως.
5. Μελέτιος (1816-1827), πρώην Κλαυδιουπόλεως. Μετετέθη εις την Μητρόπολιν Βοδενών.
6. Βησσαρίων (1827-1835). Μετέτεθη τω 1835 εις την Μητρόπολιν Προικοννήσου και τω 1841 εις την Μητρόπολιν Διδυμοτείχου.
7. Κύριλλος (1835-1845). Εγέννηθη εν Βερροία της Μακεδονίας. Μεταβάς εις Κωνσταντινούπολιν εισήχθη εις την υπηρεσίαν του Πατριαρχείου, υπηρετών ως αρχιδιάκονος. Τω 1835 προήχθη εις την Μητρόπολιν Κορυτσάς. Τω 1845 μετετέθη εις την Μητρόπολιν Γάνου και Χώρας. Απέθανεν εν Πριγκίπω τη 11 Ιανουαρίου 1847.
8. Νεόφυτος (1845-1874), πρώην Αδριανουπόλεως Β. Ηπείρου.
9. Δωρόθεος Ευελπίδης (1874-1875). Η Μεγάλη Εκκλησία, σφόδρα τιμώσα αυτόν, απένειμεν αυτώ την τιμητικήν φήμην «υπερτίμου και εξάρχου Άνω Μακεδονίας», διατηρηθείσαν εις την Μητρόπολιν Κορυτσάς μέχρι του 1916. Κατά κακήν μοίραν ο Μητροπολίτης ούτος τη 8 Μαΐου 1875 επνήγη παρασυρθείς υπό των υδάτων εκ του αιφνιδίως πλημμυρήσαντος ποταμού Αώου.
10. Δωρόθεος Χρηστίδης. Μετετέθη εις την Μητρόπολιν Γάνου και Χώρας.
11. Φιλόθεος Κωνσταντινίδης (1885-1893), πρώην Ξάνθης. Μετατέθη εις την Μητρόπολιν Διδυμοτείχου.
12. Γρηγόριος (από 1-6-1893 − 15-6-1893), πρώην Ρόδου. Επαύθη.
13. Άνθιμος Τσάτσος (1893-1894). Ευκλεής ιεράρχης, κοσμήσας και τον περίβλεπτον Πατριαρχικόν Θρόνον Κων/πόλεως (1895-1897). Κατήγετο εκ Πλησιβίτσης Θεσπρωτίας. Εσπούδασεν εν Ιωαννίνοις και εν τη Θεολογική Σχολή Χάλκης. Υπηρέτησεν ως καθηγητής και ιεροκήρυξ εν Ιωαννίνοις. Εποίμανε θεαρέστως τας Μητροπόλεις Παραμυθίας (1865-1877),Αίνου (1887-1888), Κορυτσάς (1893-1894) και Λέρου και Καλύμνου (1894). Εξέδωκε τω 1835 εν Αθήναις μικρόν τι απολογητικόν βιβλίον κατά του γάλλου ορθολογιστού Renan και τον «Οδηγόν Ευσεβείας» εις δύο τόμους, περιέχοντα συλλογήν εποικοδομητικών λόγων. Ο Άνθιμος διεκρίνετο δια βαθυτάτην θεολογικήν μόρφωσιν, επιστημονικήν και εγκυκλοπαιδικήν κατάρτησιν και εκπλήσσουσαν ρητορικήν δεινότητα. Απέθανεν εν Σισλή τη 5 Δεκεμβρίου 1913.
14. Χρύσανθος (1894-1895), πρώην Λέρου και Καλύμνου. Παρητήθη.
15. Γερβάσιος Ωρολογάς (1895-1902). Κατήγετο εκ Γκιουμουσχανέ της επαρχίας Χαλδίας. Εχρημάτισε το πρώτον πρωτοσύγκελλος του Οικουμενικού Θρόνου (1893), είτα Μητροπολίτης Κορυτσάς και ακολούθως Ιωαννίνων (1910-1916), ένθα έπαιξε σημαντικόν ρόλον εις την απελευθέρωσιν της πόλεως Ιωαννίνων από τους Τούρκους (1913). Απέθανε τω 1916.
16. Φώτιος Καλπίδης (1902-1906). Κατήγετο εκ Τσαγρακίου του Πόντου. Εγεννήθη τω 1860. Εσπούδασεν εν τη Θεολογική Σχολή Χάλκης. Διετέλεσεν ιεροκήρυξ και διευθυντής του ελληνικού σχολείου Κερασούντος. Ακολούθως υπηρέτησεν ως υπογραμματεύς (1893-1897) και αρχιγραμματεύς (1902) εις την Σύνοδον του Πατριαρχείου. Ετοποθετήθη τω 1902 εις την πολυτάραχον και υπό παντοίων αντεθνικών οργανώσεων (Ρουμανιζόντων, Κουτσοβλάχων, Βουλγαρικού Κομιτάτου κ.λ.π.) κλυδωνιζομένην Μητρόπολιν της Κορυτσάς. Υπήρξε λεπτός τους τρόπους, ευγενής την καρδίαν, αυστηρός εις το καθήκον. Ο ιστορικός Γκέσλορ, καθηγητής εν τω πανεπιστημίω της Ιένης, εν τη περί Μακεδονίας συγγραφή αυτού, εκθειάζει την σοφίαν, την ευφράδειαν και τον ακαταπόνητον θρησκευτικόν και εθνικόν ζήλον του Φωτίου. Εδολοφονήθη αγρίως εν ενέδρα παρά την Μωραβδίτσαν τη 9 Σεπτεμβρίου 1906 υπό της αλβανικής και κουτσοβλαχικής προπαγάνδας δια την εθνικήν του δράσιν. Η κηδεία του ετελέσθη τη 13 Σεπτεμβρίου 1906 εν μέσω γενικού πένθους.
17. Γερβάσιος Σαρασίτης (1906-1910), Πόντιος, πρώην Ροδοπόλεως. Μετέβη εις την Μητρόπολιν Αγκύρας και είτα εις την Μητρόπολιν Αλεξανδρουπόλεως.
18. Δημήτριος Γεωργιάδης (1910), αρχιμανδρίτης και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Χάλκης (1899-1914). Εξελέγη τω 1910 Μητροπολίτης Κορυτσάς, αλλά δεν απεδέχθη την προσγενομένην αυτώ τιμήν. Απέθανε τω 1944 εν Βιέννη, ένθα υπηρέτει ως ιερεύς εις τον ναόν του Αγίου Γεωργίου.
19. Γερμανός Αναστασιάδης (1910-1916). Εγεννήθη τω 1870 εις Άγιον Γεώργιον της επαρχίας Δέρκων. Εσπούδασεν εις την Θεολογικήν Σχολήν Χάλκης. Εχρημάτισεν αρχιδιάκονος της Μητροπόλεως Κορυτσάς (1894), πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως Χαλκηδόνος (1897), βοηθός Επίσκοπος Χαλκηδόνος υπό τον τίτλον Λεύκης (1904), Μητροπολίτης Στρωμνίτσης (1908) και Μητροπολίτης Κορυτσάς (1910-1916). Μετά την κατάληψιν της Κορυτσάς υπό των Γέλλων (1916) ηναγκάσθη να μεταβή εις Αθήνας, ένθα παρέμεινε μέχρι του 1921, φέρων τον τίτλον του Κορυτσάς. Παραιτηθείς διηύθυνεν ως τοποτηρητής προσωρινώς την επαρχίαν Σισανίου και Σιατίστης. Ειργάσθη αόκνως και εθνικώς εις τας περιφερείας τας οποίας εποίμανε. Προσέφερε μεγάλας υπηρεσίας εις τον Εθνικόν Μακεδονικόν και Βορειοηπειρωτικόν Αγώνα. Διετέλεσεν υπουργός της υπό τον Χριστάκην Ζωγράφον Αυτονόμου Βορειοηπειρωτικής Κυβερνήσεως.
20. Ιωακείμ Στρουμπής (1919), πρώην Επίσκοπος Αρδαμερίου. Μη δυνηθείς να μεταβή εις την Επισκοπήν Κορυτσάς, ένθα ετοποθετήθη, μετετέθη τη 7 Οκτωβρίου 1924 εις την Μητρόπολιν Καρδαμύλων.
21. Ιάκωβος (1919-1921), Μητροπολίτης Δυρραχίου. Διηύθυνεν ως Πατριαρχικός Έξαρχος την επαρχίάν Κορυτσάς από 20 Αυγούστου 1916 μέχρι 8 Νοεμβρίου 1921, οπότε απηλάθη υπό των Αλβανών.
22. Ιερόθεος Γιαχοτόπουλος (1921), Επίσκοπος Μιλητουπόλεως. Κατήγετο εκ Τσαρισόβας. Διηύθυνεν ως Πατριαρχικός Έξαρχος την επαρχίαν Κορυτσάς. Εξεδιώχθη του θρόνου συνεπεία του εν Αλβανία γενομένου εκκλησιαστικού πραξικοπήματος.
23. Βησσαρίων Τζοβάνι (1929-1939). Διηύθυνεν αντικανονικώς και επιτροπικώς την επαρχίαν Κορυτσάς από του 1929 μέχρι της 27 Μαΐου 1936, μέχρι της 27 Μαΐου 1936, ότι παρητήθη, πιεσθείς υπό του ελληνισμού της Β. Ηπείρου.
24. Χριστόφορος Κίσσης (1936-1937), εκ Βερατίου, πρώην Επίσκοπος Συννάδων. Διηύθυνεν αντικανονικώς την Αλβανικήν Εκκλησίαν ως Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας.
25. Ευλόγιος Κουρίλας (1937-1939). Εγεννήθη εις Ζητσίσταν της Κορυτσάς τω 1880. Απεφοίτησε της Αθωνιάδος και της Μεγάλης του γένους Πατριαρχικής Σχολής, ως και της Θεολογικής και Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εμόνασεν εν τη μονή Φιλιθέου και είτα εν τη μονή Λαύρας του Αγίου Όρους, ονομασθείς δια τούτο Λαυριώτης. Τω 1908 μετέβη εις Μακεδονίαν και επεξέτεινε την δράσιν των ανταρτικών σωμάτων και εις την επαρχίαν Κορυτσάς. Τω 1910 απεστάλη προς συλλογήν εράνων εις Αίγυπτον. Εν Καΐρω ίδρυσεν ελληνοαλβανικόν κομιτάτον και ήνωσε και τους Αλβανούς εις τον κατά των Βουλγάρων και Τούρκων αγώνα. Συμμετέσχε μυστικών κομιτάτων και συλλόγων και έλαβεν ενεργόν μέρος εις την απελευθέρωσιν της πατρίδος του. Από το 1915 μέχρι του 1923 υπηρέτησεν εν Αθήναις ως καθηγητής Γυμνασίου, από δε του 1930 μέχρι του 1931 διετέλεσε πρωτοεπιστάτης του Αγίου Όρους, ένθα επέτυχε την ανασύστασιν της Αθωνιάδος Ιερατικής Σχολής. Από του 1935 μέχρι του 1937 εδίδαξεν εν τω Πανεπιστημίω Θεσσαλονίκης. Τω 1937 μέχρι του 1923 υπηρέτησεν εν Αθήναις ως καθηγητής Γυμνασίου, από δε του 1930 μέχρι του 1931 διετέλεσε πρωτοεπιστάτης του Αγίου Όρους, ένθα επέτυχε την ανασύστασιν της Αθωνιάδος Ιερατικής Σχολής. Από του 1935 μέχρι του 1937 εδίδαξεν εν τω Πανεπιστημίω Θεσσαλονίκης. Τω 1937 εγένετο Επίσκοπος Κορυτσάς, ένθα παρέμεινε μέχρι του 1939, ότε εξεδιώχθη ως ανεπιθύμητος και ως μη κεκτημένος την αλβανικήν υπηκοότητα. Από το 1942 μέχρι του 1949 εχρημάτισε τακτικός καθηγητής της αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών. Απέθανε τη 21 Απριλίου 1961. Ο Ευλόγιος υπήρξε πολυγραφώτατος συγγραφεύς, εκδούς πλείστα σπουδαία και πρωτότυπα συγγράμματα και μελέτας.
26. Φιλόθεος, εκ Χειμάρρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου