Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Συνοδικός Τόμος





Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, έχονμεν επίγνωσιν των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών αναγκών της Ορθοδόξου εν Αλβανία Εκκλησίας, διαβλέπον δε μετ’ ανησυχίας λόγω της διαρκούς αναταραχής αυτής κίνδυνον διεισδύσεως εν Αλβανία της Καθολικής Εκκλησίας και επεμβάσεως της Σερβικής, ήτις και ίδιον Επίσκοπον ανεκήρυξεν εις Σκόδραν, απεφάσισε να αναγνωρίση την εν Αλβανία Ορθόδοξον Εκκλησίαν ανεξάρτητον και αυτοκέφαλον. Προς τούτο συνέστησεν επιτροπήν εκ των Συνοδικών Μητροπολιτών Δέρκων Ιωακείμ και Ηλιουπόλεως Γενναδίου εκ μέρους της Μεγάλης Εκκλησίας, του Επισκόπου Συννάδων Χριστοφόρου και του Ιωσήφ Κέδη, πρώην υπουργού Δικαιοσύνης της Αλβανίας, ως πληρξουσίων του βασιλέως της Αλβανίας Ζώγου και της κυβερνήσεως αυτού. Η επιτροπή αύτη κατέληξεν εις συμφωνίαν δια της οποίας ωρίζετο συν τοις άλλοις, ότι η Αλβανική πολιτεία θα επέτρεπεν εις την Αυτοκέφαλον Ορθόδοξον Εκκλησίαν αυτής πλήρη αυτοτέλειαν και ελευθερίαν προς ανάπτυξιν της θρησκευτικής και εκκλησιαστικής ζωής, της οποίας σημαντικώτερον στοιχείον ήτο η ίδρυσις ιερατικών σχολών και μορφωτικών θρησκευτικών ιδρυμάτων.
Μετά την υπογραφήν της εν λόγω συμφωνίας επηκολούθησε Πατριαρχική και Συνοδική απόφασις μετωνομάσασα την Μητρόπολιν Δυρραχίου εις Μητρόπολιν Τιράνων, Δυρραχίου και Ελβασανίου, την Μητρόπολιν Κορυτσάς εις ομώνυμον Επισκοπήν και την Μητρόπολιν Βελεγράδων εις Επισκοπήν Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης. Δια τας ανωτέρω θέσεις εξελέγησαν ο Επίσκοπος Συννάδων Χριστόφορος δια την Μητρόπολιν Τιράνων, Δυρραχίου και Ελβασανίου και ο Λαυριώτης μοναχός Ευλόγιος Κουρίλας δια την Επισκοπήν Κορυτσάς. Προσέτι η Ιερά Σύνοδος, μελετήσασα αίτησιν του υπό καθαίρεσιν χειροτονηθέντος Επισκόπου Βελεγράδων Αγαθαγγέλου Τσάμτση, εξαιτουμένου την συγγνώμην της Εκκλησίας και την άρσιν της κατ’ αυτού επιβληθείσης ποινής της καθαιρέσεως, και εκτιμώσα τα εκδηλούμενα εν αυτή αισθήματα λύπης και μετανοίας παρέσχεν εις αυτόν την συγγνώμην της Εκκλησίας δια της άρσεως της καθαιρέσεως, ανεγνώρισε δε συγχρόνως και την εις Επίσκοπον χειροτονίαν αυτού, ουχί όμως και την εις Επίσκοπον Βελεγράδων εκλογήν του. Προς τούτοις δια πράξεώς της απένειμεν αυτώ τον ψιλώνυμον τίτλον Αυλωνείας, Επισκοπής διαλαμψάσης ποτέ εις την Μητρόπολιν Δυρραχίου, και ως τοιούτον εξέλεξεν Επίσκοπον Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης. Δι’ ετέρας Συνοδικής αποφάσεως ανεδείχθη εις ιδιαιτέραν Επισκοπήν το τμήμα Αργυροκάστρου, μετά την απόσπασίν του εκ της Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, ονομασθείσα «Ιερά Επισκοπή Αργυροκάστρου», ο δε Επίσκοπος αυτής «Ιερώτατος Επίσκοπος Αργυροκάστρου». Επίσκοπος της εν λόγω Επισκοπής εξελέγη το πρώτον ο καθηγητής Παντελεήμων Κοτόκος, περί του οποίου εγένετο λόγος ανωτέρω.
3. Υπογραφή και παράδοσις του Συνοδικού Τόμου
Την 12 Απριλίου 1937 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βενιαμίν (1936-1946) εν πανηγυρική συνεδρία της Ιεράς Συνόδου εκήρυξε και ηυλόγησε, συνεπευλογούσης και της Ιεράς Συνόδου, το αυτοκέφαλον της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας και την ανεξάρτητον διοργάνωσιν αυτής υπό Ιεράν Σύνοδον, έχουσαν πρόεδρον τον κατά καιρούς «Σεβασμιώτατον Αρχιεπίσκοπον Τιράνων και πάσης Αλβανίας». Μετά την υπογραφήν του Συνοδικού Τόμου ο Πατριάρχης επέδωσε τούτον εις τον Μητροπολίτην Τιράνων και Δυρραχίου Χριστοφόρον και τους δύο χειροτονηθέντας Επισκόπους, τον Αργυροκάστρου Παντελεήμονα και τον Κορυτσάς Ευλόγιον, οίτινες μετά συγκινήσεως πολλής διετράνωσαν τα ευγνώμονα αισθήματα αυτών και σύμπαντος του ορθοδόξου αλβανικού πληρώματος, ασπασθέντες την δεξιάν του Πατριάρχου και ανταλλάξαντες αδελφικόν ασπασμόν μετά των Συνοδικών Αρχιερέων.
Επί τη ευλογία του αυτοκεφάλου της εν Αλβανία Εκκλησίας αντηλλάγησαν τηλεγραφήματα μεταξύ του Οικουμενικού Πατριάρχου και του βασιλέως των Αλβανών Ζώγου Α΄ και του προέδρου της Αλβανικής κυβερνήσεως. Ακολούθως εστάλησαν σχετικά Πατριαρχικά και Συνοδικά γράμματα προς το εν Αλβανία ορθόδοξον πλήρωμα και προς τας ορθοδόξους Αυτοκεφάλους Εκκλησίας.
Το προς τον βασιλέα των Αλβανών τηλεγράφημα του Πατριάρχου έχει ως εξής:
Αυτού Μεγαλειότητα των Αλβανών Ζώγον Α΄
Τίρανα
Επί ευφροσύνω ιστορικώ γεγονότι ανακηρύξεως και ευλογίας Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου εν Αλβανία Εκκλησίας συγχαίρομεν εγκαρδίως Υμετέρα Μεγαλειότητι εκφράζοντες άμα Αυτώ ενθέρμους ευχαριστίας Μεγάλης Εκκλησίας και ημών, εφ’ αίς Αύτη επεδείξατο ευμενέσι διαθέσεσι προς αισίαν λύσιν εκκλησιαστικού ζητήματος. Κύριος κρατύνοι Υμετέραν Μεγαλειότητα προς δόξαν ευγενούς Αλβανικού Έθνους και επ’ αγαθώ Ορθοδόξου αυτόθι Εκκλησίας.
12-4-1937
Οικουμενικός Πατριάρχης Βενιαμίν
Η απάντησις του βασιλέως Ζώγου προς τον Πατριάρχην έχει ούτω:
Αυτού Παναγιότητα Οικουμενικόν Πατριάρχην Κύριον Βενιαμίν.
Ισταμπούλ.
Λίαν συγκεκινημένος εκ των στοργικών αισθημάτων, τα οποία η Υμετέρα Παναγιότης ευηρεστήθη να εκφράση προς εμέ και προς το Αλβανικόν Έθνος και την Αυτοκέφαλον Ορθόδοξον Αλβανικήν Εκκλησίαν, σπεύδω να διαβεβαιώσω προς την Υμετέραν Παναγιότητα μετά των θερμοτέρων ευχαριστιών μου τας ευχάς τας οποίας ποιούμαι δια την προσωπικήν Αυτής ευτυχίαν και την ευημερίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ζώγου
Η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας αφέθη εις τα μέλη της ούτω καταρτισθείσης ορθοδόξου Αλβανικής Ιεραρχίας, μη συγκροτηθείσης όμως ταύτης αυτοανεκηρύχθη ως Αρχιεπίσκοπος Τριάνων και πάσης Αλβανίας ο Μητροπολίτης Τιράνων, Δυρραχίου και Ελβασανίου Χριστοφόρος Κίσσης. Μετά τον Ελληνοϊταλικόν πόλεμον Αριχεπίσκοπος της Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αλβανίας διωρίσθη ο Παΐσιος, αναγγείλας την εκλογήν του προς τον Πατριάρχην της Ρωσίας Αλέξιον (1949). Αι σχέσεις του Παϊσίου μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου εψυχράνθησαν επειδή το Πατριαρχείον εξέλεξεν Επίσκοπον των εν Αμερική αλβανοφώνων ορθοδόξων τον ιερομόναχον Μάρκον Λίπαν (1950), τον οποίον υπήγαγεν υπό τον Αρχιεπίσκοπον Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Η εκλογή του Επισκόπου Μάρκου υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου εθεωρήθη υπό του Αρχιεπισκόπου Παϊσίου ως επέμβασις εις τας εσωτερικάς υποθέσεις της Αυτοκεφάλου Αλβανικής Εκκλησίας, διό διεμαρτυρήθη προς πάσας τας Αυτοκεφάλους Εκκλησίας μετά πολλών ψευδών και ασυστόλων κατηγοριών κατά του Πατριαρχείου.

ΤΟ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΝ ΤΗΣ ΕΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ












Μετά την ανακήρυξιν της Αλβανίας σε αυτόνομον κράτος (1913) εγεννήθη η ιδέα του εξαλβανισμού της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας και της αποσπάσεως αυτής εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η ιδέα αύτη μετά φανατισμού εκαλλιεργήθη υπό του εν Αμερική Αλβανικού Συνδέσμου «Β.Α.Τ.Ρ.Α.», εξεδηλώθη δε δια της μεταφράσεως εις την Αλβανικήν γλώσσαν του κειμένου της θείας λατρεάις και άλλων εκκλησιαστικών βιβλίων. Η Ορθόδοξος εν Αλβανία Εκκλησία εδικαιούτο ασφαλώς να καταστή Αυτοκέφαλος και η χρήσις της Αλβανικής γλώσσης εν τοις ιεροίς ναοίς επεβάλλετο, όπως συνέβη και εις άλλα ορθόδοξα κράτη, αλλ’ αι μεταβολαί αύται έπρεπε να γίνουν κανονικώς και ουχί δια βιαίων μέσων, τα οποία ετρέφοντο αμέσως μεν κατά του Πατριαρχείου και των Ελλήλων εν Αλβανία, εμμέσως δε και κατά της Ελληνικής κυβερνήσεως.





1. Πραξικοπηματική ανακήρυξις του Αυτοκεφάλου της εν Αλβανία Εκκλησίας
Το 1921 κατέπλευσεν εξ Αμερικής εις Αλβανίαν ο εκ Θράκης καταγόμενος επίσκοπος Φάν Νόλι, αλβανόφων ελληνοδιδάσκαλος. Υποκινούμενος ούτος υπό της Αλβανικής κυβερνήσεως και της Ιταλίας, υποστηριζόμενος δε υπό των χριστιανών Αλβανιστών και κυρίως των εν Αμερική αλβανικών οργανώσεων, επεδόθη μετά ζήλου εις το έργον του εξαλβανισμού της εν Αλβανία Εκκλησίας και την υποταγήν ταύτης εις τον Ουνιτισμόν και δι’ αυτού εις την Παπικήν Εκκησίαν. Προικισμένος ο Φάν Νόλι με σπάνια πνευματικά προσόντα και τελείως κάτοχος της Αλβανικής γλώσσης προέβη εις την μετάφρασιν εκ της ελληνικής εις την αλβανικήν γλώσσης προέβη εις την μετάφρασιν εκ της ελληνικής εις την αλβανικήν πολλών εκκλησιαστικών ύμνων και ακολουθιών. Επί τετράμηνον μάλιστα διετέλεσε και Πρωθυπουργός της Αλβανίας. Τη υποδείξει τούτου την 12 Σεπτεμβρίου 1922 συνήλθεν εις Βεράτιον συνέδριον των ορθοδόξων της Αλβανίας εξ ιερέων κατωτάτης μορφώσεως και λαϊκών και εν αγνοία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εις την πνευματικήν και κανονικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπήγοντο αι τέσσαρες ορθόδοξοι επαρχίαι της Αλβανίας, η του Δυρραχίου, η της Κορυτσάς, η του Βερατίου (Βελεγράδων) και η της Δρυϊνουπόλεως (Αργυροκάστρου). Το συνέδριον τούτο εκήρυξε την Αλβανικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν Αυτοκέφαλον, ελλείψει δε Επισκόπων προς συγκρότησιν Συνόδου διώρισεν εκκλησιαστικόν συμβούλιον, επί κεφαλής του οποίου ευρίσκετο ο Βασίλειος Μάρκου, έγγαμος κληρικός εκ Κορυτσάς, αμόρφωτος, αλλά πονηρός και ενεργητικός, χρηματίσας επί έτη ιερεύς αλβανικής τινος κοινότητος εν Αμερκή, ένθα απέκτησε προοδευτικάς τινας ιδέας.
Μετά την δημοσίευσιν υπό του συμβουλίου τούτου των κανόνων των διεπόντων την διοίκησιν της νέας εν Αλβανία Αυτοκεφάλου Εκκλησίας ο Φάν Νόλι ήρχισε διαπραγματεύσεις με δύο ορθοδόξους Αλβανικής καταγωγής Επισκόπους του Πατριαρχείου, τον Επίσκοπον Συννάδων Χριστοφόρον και τον Μιλητουπόλεως Ιερόθεον, τους οποίους και παρέπεισε με σεβαστά χρηματικά ποσά να έλθουν εις Αλβανίαν. Οι Επίσκοποι ούτοι ήσαν οι μόνοι οι οποίοι ανεγνώρισαν σιωπηρώς το αυτοκέφαλον της εν Αλβανία Εκκλησίας, το οποίον εκήρυξεν ο Φάν Νόλι, και εδέχθησαν να προσφέρουν τας υπηρεσίας των.
Από του 1924 το Οικουμενικόν Πτριαρχείον διαρρήξαν πάντα δεσμόν μετά της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκησίας, έπαυσε να αποστέλλη ιεράρχας εις αυτήν και ηρνείτο να αναγνωρίση τους αυτοχειροτονηθέντας Επισκόπους.
Ο Φάν Νόλι μη δυνηθείς να συγκροτήση Σύνοδον, ηναγκάσθη να ζητήση δι’ αντιπροσωπείας υπό τον Βασίλειον Μάρκου από τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, όπως εκδώση Τόμον, αναγνωρίζοντα την ανεξαρτησίαν της Αλβανικής Εκκλησίας. Κατά τα έτη 1926 και 1927 ήλθεν εις Αλβανίαν ως αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς έναρξιν διαπραγματεύσεων μετά της Αλβανικής κυβερνήσεως σχετικώς με τους όρους, υπό τους οποίους θα εξεδίδετο ο Πατριαρχικός Τόμος, ο εν Αθήναις Πατριαρχικός Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Αι διαπραγματεύσεις αύται κατέληξαν εις συμφωνίαν, την οποίαν όμως ηθέτησαν οι Αλβανοί.
Κατά τας αρχάς του 1928 η Αλβανική κυβέρνησις ήρχισε να πιέζη τους Αλβανούς Επισκόπους να προβούν εις την συμπλήρωσιν των εναπομενουσών κενών επισκοπικών εδρών και την συγκρότησιν της Ιεράς Συνόδου. Τω 1929 συνήλθεν έτερον εκκλησιαστικόν συνέδριον εν Κορυτσά, το οποίον προέβη αντικανονικώς εις την πλήρωσιν των χηρευουσών εν Αλβανία Επισκοπών δια του εξ Ελβασανίου Οικονόμου Αθανασίου ως Επισκόπου Αργυροκάστρου, όστις μετωνομάσθη Αμβόριος, του εκ Κορυτσάς αρχιμανδρίου Αγαθαγγέλου Τσάμτση ως Επισκόπου Βελεγράδων και του εκ Ζαγοράς Ευθυμίου ως τιτουλαρίου Επισκόπου. Την επαρχίαν Κορυτσάς ανέλαβε και διηύθυνεν επιτροπικώς ο Βησσαρίων Τζοβάνι, αυτοανακηρυχθείς εις Αρχιεπίσκοπον Τιράνων και Δυρραχίου. Ούτος ήτο εκ φύσεως αλλοπρόσαλλος, ευτελής την ψυχήν και αργυχώνητον όργανον της Σερβικής προπαγάνδας και του Σερβικού Πατριαρχείου. Βραδύτερον ετοποθετήθη εις την έδραν της Κορυτσάς ο από του 1923 προσχωρήσας εις την Αλβανικήν Εκκλησίαν Επίσκοπος Συννάδων Χριστοφόρος Κίσσης.
Η ούτω καταρτισθείσα «Ιερά Σύνοδος», διοικήσασα την εν Αλβανία Ορθόδοξον Εκκλησίαν μέχρι του 1936, επροκάλεσεν έντονον και επίμονον την αντίδρασιν του Ορθοδόξου εν Αλβανία στοιχείου. Ο ελληνισμός της Β. Ηπείρου, πρωτοστατούντων των Κορυτσαίων, ηξίωσεν απ’ ευθείας από τον Τζοβάνι παραίτησιν ως αντικανονικού και ανεπιθυμήτου, την οποίαν και επέτυχε την 25 Μαΐου 1936. Είτα τη συγκαταθέσει της Αλβανικής κυβερνήσεως εγένετο η ανασύνδεσις των σχέσεων μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατόπιν υποβολής αυτώ αιτήσεως των πολιτικών τε και κοινοτικών παραγόντων της Αλβανίας προς κανονικήν λύσιν του εκκλησιαστικού ζητήματος και έκδοσιν του σχετικού Τόμου ανακηρύξεως της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας εις Αυτοκέφαλον.

ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΥ

















Η Επισκοπή αύτη συνεστήθη την 30 Μαρτίου 1937 υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκ τμήματος της Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, όπερ απετέλεσεν αυτοτελή εκκλησιαστικήν περιφέρειαν. Ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος ιδρύσεως της εν λόγω Επισκοπής έχει ούτω:
† Βενιαμίν ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης.
Αξιόχρεος περί πάντων εν τη των εκκλησιαστικών πραγμάτων διακυβερνήσει και διεξαγωγή η Εκκλησία μεριμνώσα και το προσήκον προνοούσα, έθος κανονικόν έκπαλαι κέκτηται την των επαρχιών σύστασιν και υπόστασιν προς τας των καιρών ανάγκας προσαρμόζειν εις εύρυθμον εκάστοτε και λυσιτελή των επί μέρους τε και του όλου παράστασιν και κυβέρνησιν.
Επειδή τοίνυν, σκέψεως νυν γενομένης συνοδικώς και περί του τμήματος εκείνου της αγιωτάτης Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Αργυροκάστρου, όπερ, μετά την ανακήρυξιν εν τοις τελευταίοις χρόνοις της ανεξαρτησίας του Βασιλείου της Αλβανίας συμπεριείληπτε εν τη περιοχή αυτού, εκρίθη μάλλον πρόσφορον και ανάλογον προς την ενεστώσαν κατάστασιν και τας ανάγκας του ειρημένου τμήματος, αποσπάσαι τούτο από του λοιπού μέρους της διαληφθείσης θεοσώστου επαρχίας και εις ιδίαν τιμήσαι και αναδείξαι αυτοτελή εκκλησιαστικήν περιφέρειαν, υπό την άμεσον μεν σήμερον τελούσαν εξάρτησιν και υποταγήν του καθ’ ημάς αγιωτάτου Αποστολικού και Πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου, μέλλουσαν δε αποτελέσαι και ταύτην μέρος της συγκροηθεισομένης Αυτοκεφάλου εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας, η Μετριότης ημών μετά των περί ημάς Ιερωτάτων Μητροπολιτών και υπερτίμων, των εν αγίω Πνεύματι αγαπητών ημίν αδελφών και συλλειτουργών, κρίνοντες απεφασίσαμεν και ωρίσαμεν συνοδικώς όπως το εν τω θεοφρουρήτω βασιλείω της Αλβανίας ευρεθέν τμήμα της αγιωτάτης Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Αργυροκάστρου, υπάρχη από του νυν και το εξής αυτοτελής εκκλησιαστική περιφέρεια υπό την τιμήν και αξίαν Επισκοπής και την ονομασίαν «Ιερά Επισκοπή Αργυροκάστρου», ο δε εν αυτή διά κανονικών ψήφων αποκαθιστάμενος αρχιερεύς ή και λέγηται «Ιερώτατος Επίσκοπος Αργυροκάστρου», κεκτημένος πάντα τα εν τοις επαρχίας διοικούσιν αρχιερεύσι προσιδιάζοντα δικαιώματα.
Εφ’ ώ εις δήλωσιν και βεβαίωσιν και εις μόνιμον παράστασιν των ούτως εκκλησιαστικώς κριθέντων και ορισθέντων εγένετο και ο παρών ημέτερος Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος, καταστρωθείς και υπογραφείς εν τώδε τω Κώδικι της καθ’ ημάς Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησιας.
Εν έτει σωτηρίω …….. κατά μήνα Μάρτιον (λ΄)
Έπονται υπογραφαί, ήτοι του Πατριάρχου και 11 Συνοδικών Αρχιερέων.






Επίσκοποι Επισκοπής Αργυροκάστρου
1. Παντελεήμων Κοτόκος (1937-1941). Εγεννήθη εν Κορυτσά τω 1890. απεφοίτησε της Θεολογικής Σχολής Χάλκης και της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησεν ως καθηγητής και ιεροκήρυξ εν Κορυτσά, ένθα εδιώχθη επανειλημμένως δια τε την θρησκευτικήν και εθνικήν του δράσιν και δια την μη αναγνώρισιν της πραξικοπηματικής και αντικανονικής ανακηρύξεως της Ορθοδόξου εν Αλβανία Εκκλησίας ως Αυτοκεφάλου. Τω 1937 εξελέγη Επίσκοπος της νεοσυσταθείσης Επισκοπής Αργυροκάστρου. Άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του, προέβη εις την ανασυγκρότησιν της επαρχίας του δια της διασφαλίσεως της τεραστίας μοναστηριακής περιουσίας, δια της τοποθετήσεως εκπαιδευτικών και κληρικών εις επικαίρους θέσεις της υπαίθρου και της καταπολεμήσεως της ετεροδόξου και αιρετικής προπαγάνδας. Ιδία ηγωνίσθη κατά την περίοδον της Ιταλοκρατίας προς ματαίωσιν του προσηλυτισμού του πληθυσμού της Β. Ηπείρου εις τον Ουντιτισμόν. Μετά της εισβολήν των Γερμανών εις την Ελλάδα (Απρίλιος 1941), ευρισκόμενος εν Ιωαννίνοις, δεν ηδυνήθη να επιστρέψη εις την θέσιν του και έκτοτε η Επισκοπή Αργυροκάστρου παρέμεινεν εκκλησιαστικώς ακέφαλος, διοικουμένη υπό τινος πρεσβυτέρου Παπαγιάννη και του γραμματέως αυτής Ιωάννου Ντάντου. Μετά την απελευθέρωσιν της ελλάδος υπό των Γερμανών ηγήθη δύο εθνικών αποστολών εις Ευρώπην και Αμερικήν προς διαφώτισιν της παγκοσμίου κοινής γνώμης επί του Βορειοηπειρωτικού ζητήματος. Οι λόγοι και τα άρθρα, αι ομιλίαι και αι διαλέξεις του εν Ευρώπη, εν Αμερική και εν Ελλάδι υπήρξαν αληθώς φλογερά απελευθερωτικά κηρύγματα. Παρέμεινεν εν Ελλάδι από της Γερμανικής εισβολής, ένθα ως πρόεδρος της κεντρικής επιτροπής του Βορειοηπειρωτικού Αγώνος και πλείστων συλλόγων, ηγωνίσθη σθεναρώς δια την απελευθέρωσιν της αλυτρώτου Β. Ηπείρου και της ενώσεως αυτής μετά της Μητρός Ελλάδος. Απεδήμησεν εις Κύριον τη 24 Μαΐου 1969.
Ο Μητροπολίτης Αργυροκάστρου Παντελεήμων υπήρξεν εμπνευσμένος ιεράρχης και είς των γενναίων αγωνιστών και προμάχων της ελευθερίας του βορειοηπειρωτικού λαού.
2. Δαμιανός (1950)

Η ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΒΕΡΑΤΙΟΥ (ΒΕΛΕΓΡΑΔΩΝ)

















Το Βεράτιον ή Βεράτι ή Μπεράτι είναι πόλις της Β. Ηπείρου, κειμένη παρά τον Άψον ποταμόν. Η πόλις εκαλείτο υπό των Τούρκων Αρναούτ-Μπελιγραντί, ήτοι Βελιγράδιον της Αλβανίας ή και απλώς Μπελγράτ, εξ ού κατά συγκοπήν Μπεράτ. Εκκλησιαστικώς λέγεται Βελέγραφα. Η ονομασία αύτη προήλθε κατά τον Άνθιμον Αλεξούδην εκ των Σερβοβουλγαρικών λέξεων βιέρο και γράδ ή γρόδ (=λευκή πόλις, ωραία πόλις), εκ τούτου δε ίσως τινές των Μητροπολιτών υπέγραφον Βελαγράδων, Βελλαγράδων, Βελογράδων και Βελεγράδων προς διαστολήν αυτών από τους Μητροπολίτας Βελιγράδων ή Βελιγραδίου της Σερβίας.
Κατά την ιστορικήν παράδοσιν η πόλις ιδρύθη, υπό της Πουλχερίας, αδελφής του αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β΄. Δια τούτο και η κατά τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους αναφερομένη Πουλχεριούπολις ταυτίζεται προς το σημερινόν Βεράτιον. Της πόλεως δεσπόζει φρούριον, περιβαλλόμενον υπό ισχυρού τείχους, εις το εσωτερικόν του οποίου ευρίσκεται η Μητρόπολις και είκοσι μεγάλοι και μικροί ναοί. Το Βελιγράδιον ή Μπεράτιον περιήλθεν υπό στο σκήπτρον της Οθωμανικής κυβερνήσεως τω 1440 επί Μουράτ Β΄ και παρέμεινεν υπό την κυριαρχίαν των Τούρκων μέχρι τέλους των Βαλκανικών πολέμων, οπότε περιελήφθη (1913) εντός των ορίων του νεοϊδρυθέντος Αλβανικού κράτους, παρά τας αντιδράσεις και διαμαρτυρίας των τότε 89184 Ελλήνων κατοίκων των περιοχών Μπερατίου και Αυλώνος.
Το Βεράτιον απετέλεσεν έδραν της Επισκοπής Βελεγράδων, συγκροτηθείσης εκ των πάλαι ποτέ διαλαμψασών Επισκοπών Πουλχεριουπόλεως, Σπαθίας και Μουζακίας, Γραδιτζίου, Απολλωνίας, Αυλώνος ή Αυλωνίας και Κανίνης ή Γλαβινίτζης. Αι Επισκοπαί αύται, εκλειψασών των πόλεων των εδρών τούτων και ελαττωθέντων των χριστιανών των επαρχιών αυτών, συνεπεία διαφόρων πολιτικών μεταβολών και ιστορικών περιπετειών, ηνώθησαν μετά της Επισκοπής Πουλχεριουπόλεως, προαχθείσης βραδύτερον εις Μητρόπολιν υπό τον τίτλον «Βελεγράδων, Κανίνης και Σπαθίας». Επειδή εν Notitiis 3,619 ο «Πολυχεροπόλεως» αναφέρεται ως ΙΔ΄ υπό τον Μητροπολίτην Δυρραχίου και ΙΒ΄ ο Βελεγράδων υπό τον Αρχιεπίσκοπον Αχρίδος εν των Α΄ Διατάγματι του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι η ονομασία Βελεγράδων αντί Πουλχεριουπόλεως ανεφάνη μετά το έτος 976 και προ του έτους 1020.
Ο Μητροπολίτης Βελεγράδων κατά τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων Δοσίθεον φαίνεται δεύτερος τη τάξει των Μητροπολιτών των υποκειμένων της Αρχιεπισκοπή Αχρίδος. Μετά την κατάρτησιν της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος (1767) μέχρι του θανάτου του βελεγράδων Ιωάσαφ Β΄ (1885), ο Γελεγράδων κατείχε τον 78 βαθμόν εν τη τάξει των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Θρόνου. Τω 1835 επί Μητροπολίτου Ανθίμου Αλεξούδη απενεμήθη υπό της Μεγάλης Εκκλησίας εις τον Μητροπολίτην Βελεγράδων ο τίτλος της υπερτιμίας και εξαρχίας πάσης Αλβανίας, φημιζομένου του Μητροπολίτου εφεξής «Βελεγράδων, Κανίνης και Σπαθίας υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Αλβανίας». Επί Πατριάρχου Ιωακείμ του από Κυζίκου η Μητρόπολις Βελεγράδων προήχθη εις τον 60 βαθμόν και βραδύτερον εις τον 55 του καταλόγου των τάξεων των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Θρόνου. Τω 1929 εν των Εκκλησιαστικώ Συνεδρίω Κορυτσάς, ένθα ανεκηρύχθη αντικανονικώς Αυτοκέφαλος η Ορθόδοξος εν Αλβανία Εκκλησία, υπεβιβάσθη η Μητρόπολις Βελεγράδων εις Επισκοπήν, πληρωθείσης της θέσεως υπό του αντικανονικώς εκλεγέντος Αγαθαγγέλου Τσάμτση εκ Κορυτσάς. Τω 1937, ότε ανεγνωρίσθη υπό του Πατριάρχου Κων/πόλεως το Αυτοκέφαλον της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας, η Μητρόπολις μετωνομάσθη εις Επισκοπήν Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης, πληρωθείσης της θέσεως δια του ανωτέρω μνημονευθέντος Επισκόπου Αγαθαγγέλου Τσάμτση, αρθείσης προηγουμένως της καθαιρέσεως αυτού.
Επίσκοποι και Μητροπολίται Βελεγράδων
Δεν γνωρίζομεν πάντας τους χρηματίσαντας Αρχιερείς της επαρχίας Βελεγράδων. Αχρονολογήτως αναφέρονται υπό του Ανθίμου Αλεξούδη οι εξής εννέα Επίσκοποι: Φιλάρετος, Σεραφείμ, Δανιήλ, Ματθαίος, Μελέτιος, Νεκτάριος, Λεόντιος, Ιγνάτιος και Ευθύμιος.
1. Νεκτάριος, αναφερόμενος κατ’ απρίλιον 1668
2. Παρθένιος, αναφερόμενος τη 1 Απριλίου 1683
3. Ιγνάτιος, αναφερόμενος τη 8 Αυγούστου 1685, την δε 13 Αυγούστου 1693 προήχθη εις τον θρόνον της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος.
4. Νεκτάριος, αναφερόμενος τον αύγουστον 1699
5. Διονύσιος, αναφερόμενος των 1710. κατήγετο εκ του χωρίου Πετροντή του θέματος Βερατίου.
6. Θεοδόσιος, φαίνεται υπογεγραμμένος από το 1715 μέχρι του 1716
7. Νικηφόρος, φέρεται υπογεγραμμένος από την 5 Ιουλίου 1718 μέχρι της 31 Ιανουαρίου 1725
8. Κοσμάς, αναφερόμενος τη 2 Νοεμβρίου 1727, τη 4 Μαΐου 1733 και τη 16 Φεβρουαρίου 1734
9. Μεθόδιος, εκ του χωρίου Μπουμπουλινάνι της Μεγάλης Μουζακιάς. Φέρεται υπογεγραμμένος από την 20 Μαΐου 1736 και εφεξής μέχρι του 1751, ότε απέθανε.
10. Ιωάσαφ, Αναφέρεται από τον απρίλιον του 1752 μέχρι του 1759
11. Ιωάσαφ, εκλεγείς το α΄ τον Ιούνιον του 1759
12. Ευθύμιος Β΄ (1761-1763)
13. Παρθένιος (1763-1765).
14. Ιωάσαφ το β΄ (1765-1767
15. Ιωαννίκιος (1767-1769)
16. Γεράσιμος (1769-1772)
17. Ιωάσαφ (1772-1800), καθαιρεθείς
18. Μελέτιος Β΄ (1801-1802)
19. Ιωάσαφ Β΄ (1802-1855), εκ Μπουμπουλιμάνι.
20. Άνθιμος Αλεξούδης (1855-1887). Λόγιος ιεράρχης και ενεργητικώτατος. Εγεννήθη εν Μαδύτω τω 1824. την 22 Φεβρουαρίου 1855 εχειροτονήθη Μητροπολίτης Βελεγράδων, τα οποία εποίμανε μέχρι του 1887, οπότε μετετέθη εις την Μητρόπολιν Αμασείας, την οποίαν διηύθυνε μέχρι του 1908. Διετέλεσε πολλάκις συνοδικός και ηργάσθη εν Κων/πόλει μετά ζήλου ως πρόεδρος της εφορείας της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Κατεγίνετο εις ιστορικάς μελέτας και ιδία εις την συγγραφήν επισκοπικών καταλόγων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των ημερών του.εξέδωκεν αρκετά έργα. Απέθανε τη 11 Φεβρουαρίου 1909 εν Μουχλίω και ετάφη εν τω νεκροταφίω της Ζωοδόχου Πηγής της Κων/πόλεως.
21. Δωρόθεος (1887-1900)
22. Βασίλειος Παπαχρήστου (1900-1909). Μετετέθη εις την Μητρόπολιν Δρυϊνουπόλεως. Περί τούτου εγένετο λόγος ανωτέρω.
23. Καλλίνικος (1909-1911). Μετετέθη εις την Μητρόπολιν Βερροίας.
24. Ιωακείμ Μαρτιανός (1911-1924). Εγεννήθη εν Μοσχοπόλει το 1875. Εφοίτησεν εις την Μεγάλην του Γένους Σχολήν και εις την Θεολογικήν Σχολήν Χάλκης. Τω 1903 προσήλθεν εις τα τάξεις του Κλήρου. Τω 1911 εξελέγη Μητροπολίτης Βελεγράδων, ένθα επέδειξεν απαράμιλλον ζήλον ως προς την καθόλου αναδριοργάνωσιν της επαρχίας του. Τω 1924 εκδιωχθείς υπό των Τούρκων κατέφυγεν εις την Ελλάδα, ένθα εξελέγη Μητροπολίτης Παραμυθίας. Τω 1925 μετετέθη εις την Μητρόπολιν Νέας Πελαγωνίας (1925-1935), είτα εις την Μητρόπολιν Ξάνθης (1935-1942), ακολούθως εις την Μητρόπολιν Πολυανής και Κιλκισίου (1942-1945) και τέλος δια δευτέραν φοράν εις την Μητρόπολιν Πολυανής και Κιλκισίου (1942-1945) και τέλος δια δευτέραν φοράν εις την Μητρόπολιν Ξάνθης (1945-1953), παραμείνας εις αυτήν μέχρι του θανάτου του. Υπήρξε λόγιος, φιλόμουσος και εργατικός ιεράρχης. Δείγμα της φιλοπονίας του είναι αι τέσσαρες επιστημονικαί ιστορικαί μελέται του, εξ ών δύο ανέκδοτοι, αίτινες αποτελούν σπουδαίαν συμβολήν εις την ιστορίαν της Β. Ηπείρου.
25. Αγαθάγγελος Τσάμτσης (1929-1938).
26. Κύριλλος Τσούλης, εκ Τιράνων.

Η ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΟΡΥΤΣΑΣ





Τοποθεσία και εξέλιξις
Η Κορυτσά ή Κοριτσά είναι πόλις της Β. Ηπείρου, κειμένη επί της ΝΑ άκρας του ομωνύμου λεκανοπεδίου. Κατά τινα σημείωσιν αναγεγραμμένην εις σωζόμενον αρχαίον κώδικα της Μητροπόλεως Κορυτσάς, συνταχθέντα επί των ημερών του Μητροπολίτου Κορυτσάς Παρθενίου (1670-1676) και περιέχοντα πρακτικά τινα ή συμβόλαια, η πόλις Κορυτσά εκτίσθη τω 1490 επί Σουλτάνου Βαγιαζήτ και πιθανώτατα επί υπαρχούσης εκεί μικράς και ασήμου μεσαιωνικής κώμης, ήτις εκαλείτο «Επισκοπή», ιδρυθείσα τον ΙΑ΄ αιώνα.
Άγνωστος είναι και ο χρόνος της ιδρύσεως της Επισκοπής Κορυτσάς. Κατά την προ του ΙΑ΄ αιώνος περίοδον μέχρι του 1030 η περιφέρεια Κορυτσάς υπήγετο, ως συνάγεται εκ Χρυσοβούλου του Βασιλείου
του Βουλγαροκτόνου, εις την Μητρόπολιν Καστορίας, από δε του 1030 μέχρι 1490 εις την Επισκοπήν Κολώνης και Δεβόλης, προελθούσαν εκ της διαιρέσεως της Επισκοπής Καστορίας.
Η Επισκοπή Κορυτσάς μέχρι του 1670 υπήγετο υπό τον Αρχιεπίσκοπον Αχρίδος και εκυβερνάτο προεδρικώς παρά τούτου. Κατά το έτος τούτο, ως αναφέρει ο σωζόμενος κώδιξ της Μητροπόλεως Κορυτσάς, ο εκ της πόλεως ταύτης προεχρόμενος Αχριδών Παρθένιος, ανύψωσε την γενέθλιον πόλιν τις Μητρόπολιν. Εις την δικαιοδοσίαν της νέας Μητροπόλεως υπήχθη η Επισκοπή Δεβόλης και Κολωνίας, ονομασθείσα «Κορυτσάς και Σελασφόρου». Η Μητρόπολις αύτη από της αναδείξεως μέχρι και του 1767 φαίνεται πολλάκις μεν έχουσα ίδιον αυτής Μητροπολίτην, ενίοτε δε κατεχομένη και διοικουμένη προεδρικώς υπό του Αρχιεπισκόπου Αχρίδος.
Μετά την διάλυσιν της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος (1767), γενομένην επί Μητροπολίτου Κορυτσάς Γενναδίου (1766-1779), η Μητρόπολις Κορυτσάς προσηρτήθη εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον υπό τον τίτλον «Κορυτσάς και Σελασφόρου», καταλαβούσα τον 75 βαθμόν των υπό τον Οικουμενικόν Θρόνον Μητροπολιτών». Ο διαδεχθείς τον Γεννάδιον Μητροπολίτης Ιωακείμ (1779-1790), λόγω παρακμής της πόλεως Σελασφόρου, καθιέρωσε τον τίτλον «Κορυτσάς και Μοσχοπόλεως», καθ’ όσον η Μοσχόπολις, κτισθείσα τω 1338, είχεν ήδη καταστή περί τα μέσα της ΙΗ΄ εκατονταετηρίδος λίαν επίσημος και ανθηρά πόλις, οφείλουσα την άνθησιν αυτής εις την γενναιοδωρίαν των αποδημούντων τέκνων αυτής. Ο τίτλος «Κορυτσάς και Μοσχοπόλεως» διετηρήθη μέχρι του Μητροπολίτου Κορυτσάς Ιωάσαφ του εκ Μοσχοπόλεως (1798-1816), από δε του 1816 μέχρι του 1828 καθιερώθη αυθαιρέτως υπό του Μητροπολίτου Μελετίου (1816-1828) ο τίτλος «Κορυτσάς, Σελασφόρου και Μοσχοπόλεως». Από του Μαρτίου 1828 μέχρι του Μαΐου 1834 ηνώθη τη Μητροπόλει Κορυτσάς η Αρχιεπισκοπή Πωγωνιανής με δευτέραν έδραν την μονήν Μολυβδοσκεπάστου. Η ένωσις δε αύτη εγένετο επί Μητροπολίτου Κορυτσάς Βησσαρίωνος, προσαγορευθέντος «Κορυτσάς και Πωγωνιανής». Τω 1835, συνοδική αποφάσει του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο εκ Βερροίας Κύριλλος ετιτλοφορήθη «Κορυτσάς και Πρεμετής», αλλά τω 1885 προσετέθη και πάλιν αυτοβούλως υπό του Μητροπολίτου Φιλοθέου ο τίτλος «Κορυτσάς, Πρεμετής και Μοσχοπόλεως». Κατά το 1875 επί του Μητροπολίτου Δωροθέου προσετέθη εις τον Μητροπολίτην Κορυτσάς και Πρεμετής και η τιμητική φήμη του «υπερτίμου και εξάρχου Άνω Μακεδονίας», ήτις διετηρήθη μέχρι του 1916. Κατά τον Ιανουάριον του 1902 η Μητρόπολις Κορυτσάς κατέλαβε τον 34 βαθμόν εις την σειράν των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν τω Συνταγματίω αυτού.
Μετά την πραξικοπηματικήν ανακήρυξιν ως αυτονόμου της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας (1929), ως θα ίδωμεν κατωτέρω, και του υποβιβασμού των εν Β. Ηπείρω Μητροπόλεων εις Επισκοπάς η επαρχία Κορυτσάς διηυθύνετο επιτροπικώς υπό του αυτοανακηρυχθέντος Αρχιεπισκόπου και Μητροπολίτου Τιράνων και Δυρραχίου Βησσαρίωνος Τζοβάνι, τη συναινέσει της Αλβανικής κυβερνήσεως. Βραδύτερον ετοποθετήθη εις την έδραν της Κορυτσάς ο από του 1923 προσχωρήσας εις την Αλβανικήν Εκκλησίαν Επίσκοπος Συνάδων Χριστόφορος. Την 3 Απριλίου 1937, ότε ανεγνωρίσθη υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου το Αυτοκέφαλον της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας, εξελέγη Επίσκοπος αυτής ο ιερομόναχος Ευλόγιος Κουρίλας, ποιμάνας την επαρχίαν του μέχρι του 1939, ότε εξεδιώχθη υπό των εισβαλόντων εις Αλβανίαν Ιταλών, ως μη κεκτημένος την αλβανικήν υπηκοότητα.
Επίσκοποι Κορυτσάς
1. Νίμφων (1390), γνωστός εξ επιγραφής του ναού της Μπόριας, κειμένης ΒΔ της Κορυτσάς.
2. Γαβριήλ (1572-1580)
3. Ζωσιμάς (1600). Αρχιεπίσκοπος ών Αχριδών διηύθυνε προεδρικώς και την Μητρόπολιν Κορυτσάς.
4. Νεόφυτος (1624). Είναι γνωστός από ένα ταξίδι εις την Ρωσίαν τω 1628. έχει υπογράψει τω 1624 επιστολήν του Αρχιεπισκόπου Πορφυρίου προς τον Πάπαν Ουρβανόν Η΄ (1623-1644).
5. Μητροφάνης (1634)
6. Παρθένιος (1670-1676), εκ Κορυτσάς. Αρχιεπίσκοπος ών Αχριδών διηύθυνε προεδρικώς και την Επισκοπήν Κορυτσάς.
7. Μακάριος (1691-1693)
8. Αθανάσιος (1694-1696)
9. Δανιήλ (1696-1709), πρώην Δυρραχίου.
10. Ιωάσαφ (1709-1719) και προεδρικώς 1719-1745). Διαπρεπής και επιφανής ιεράρχης. Εγεννήθη εν Μοσχοπόλει τω 1660. Ήτο ανήρ φιλόμουσος, μεγαλεπήβολος, πολυπράγμων και οξυδερκής. Τω 1706 εξελέγη Επίσκοπος Πρεσπών και την 4 Ιουνίου 1709 εψηφίσθη Μητροπολίτης Κορυτσάς. Την 4 Φεβρουαρίου 1719 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αχριδών, διατηρών προεδρικώς και την επαρχίαν Κορυτσάς από του 1719 μέχρι του 1745. Κατά το διάστημα της μακράς ποιμανοτρίας του μερίμνη αυτού ετελέσθησαν πλείστα έργα. Προνοία αυτού ανελάμβανον αι συντεχνίαι της Μοσχοπόλεως και έστελον εις το εξωτερικόν πολλούς νέους, οι οποίοι εσπούδαζον φιλολογίαν, θεολογίαν, ιατρικήν και οι οποίοι επιστρέφοντες έδρων ευεργετικώς υπέρ του τόπου των. Αφιέρωσεν εις την Μεγάλην Εκκησίαν Αχριδών, την κατασκευασθείσαν εν Βιέννη υπό πολυταλάντων συμπολιτών του, βαρύτατον αργυρόχρυσον μίτραν, εγκαλλωπισμένην μετά πολυτίμων αδαμάντων και ετέρων πολυτίμων λίθων. Είχε και αδελφόν κληρικόν, ονομαζόμενον Γεώργιον, φέροντα το οφφίκιον του οικονόμου και του εκκλησιαστικού επιτρόπου. Ο Ιωάσαφ απέθανε τη 22 Οκτωβρίου 1745 και ετάφη εν Αχρίδι.
11. Γεράσιμος, αναφερόμενος τη 21 Μαΐου 1740 ως Κορυτσάς, αλλά πρόκειται περί βοηθού Επισκόπου του Αχριδών Ιωάσαφ.
12. Γρηγόριος, αναφερόμενος τη 21 Μαΐου 1740 ως Κορυτσάς, αλλά πρόκειται και τούτου περί βοηθού Επισκόπου του Ιωάσαφ.
13. Νικηφόρος (1746-1752)
14. Μακάριος (1752-1756)
15. Δανιήλ, αναφερόμενος τη 6 Μαρτίου (1759-1763).
16. Διονύσιος. Εγένετο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος τω 1752 διαδεχθείς τον Ιωσήφ. Τω 1765 εγένετο Μητροπολίτης Κορυτσάς, ως μανθάνομεν εκ Συνοδικής Πράξεως του Πατριάρχου Κων/πόλεως Σαμουήλ (1763-1768). Καθηρέθη δια πολλάς παραβάσεις του.
Μητροπολίται Κορυτσάς
1. Γεννάδιος (1766-1779)
2. Ιωακείμ (1779-1790), πρώην μοναχός.
3. Κωνσταντίνος (1790-1798).
4. Ιωάσαφ (1798-1816), Μοσχοπολίτης και πρώην Χαριουπόλεως.
5. Μελέτιος (1816-1827), πρώην Κλαυδιουπόλεως. Μετετέθη εις την Μητρόπολιν Βοδενών.
6. Βησσαρίων (1827-1835). Μετέτεθη τω 1835 εις την Μητρόπολιν Προικοννήσου και τω 1841 εις την Μητρόπολιν Διδυμοτείχου.
7. Κύριλλος (1835-1845). Εγέννηθη εν Βερροία της Μακεδονίας. Μεταβάς εις Κωνσταντινούπολιν εισήχθη εις την υπηρεσίαν του Πατριαρχείου, υπηρετών ως αρχιδιάκονος. Τω 1835 προήχθη εις την Μητρόπολιν Κορυτσάς. Τω 1845 μετετέθη εις την Μητρόπολιν Γάνου και Χώρας. Απέθανεν εν Πριγκίπω τη 11 Ιανουαρίου 1847.
8. Νεόφυτος (1845-1874), πρώην Αδριανουπόλεως Β. Ηπείρου.
9. Δωρόθεος Ευελπίδης (1874-1875). Η Μεγάλη Εκκλησία, σφόδρα τιμώσα αυτόν, απένειμεν αυτώ την τιμητικήν φήμην «υπερτίμου και εξάρχου Άνω Μακεδονίας», διατηρηθείσαν εις την Μητρόπολιν Κορυτσάς μέχρι του 1916. Κατά κακήν μοίραν ο Μητροπολίτης ούτος τη 8 Μαΐου 1875 επνήγη παρασυρθείς υπό των υδάτων εκ του αιφνιδίως πλημμυρήσαντος ποταμού Αώου.
10. Δωρόθεος Χρηστίδης. Μετετέθη εις την Μητρόπολιν Γάνου και Χώρας.
11. Φιλόθεος Κωνσταντινίδης (1885-1893), πρώην Ξάνθης. Μετατέθη εις την Μητρόπολιν Διδυμοτείχου.
12. Γρηγόριος (από 1-6-1893 − 15-6-1893), πρώην Ρόδου. Επαύθη.
13. Άνθιμος Τσάτσος (1893-1894). Ευκλεής ιεράρχης, κοσμήσας και τον περίβλεπτον Πατριαρχικόν Θρόνον Κων/πόλεως (1895-1897). Κατήγετο εκ Πλησιβίτσης Θεσπρωτίας. Εσπούδασεν εν Ιωαννίνοις και εν τη Θεολογική Σχολή Χάλκης. Υπηρέτησεν ως καθηγητής και ιεροκήρυξ εν Ιωαννίνοις. Εποίμανε θεαρέστως τας Μητροπόλεις Παραμυθίας (1865-1877),Αίνου (1887-1888), Κορυτσάς (1893-1894) και Λέρου και Καλύμνου (1894). Εξέδωκε τω 1835 εν Αθήναις μικρόν τι απολογητικόν βιβλίον κατά του γάλλου ορθολογιστού Renan και τον «Οδηγόν Ευσεβείας» εις δύο τόμους, περιέχοντα συλλογήν εποικοδομητικών λόγων. Ο Άνθιμος διεκρίνετο δια βαθυτάτην θεολογικήν μόρφωσιν, επιστημονικήν και εγκυκλοπαιδικήν κατάρτησιν και εκπλήσσουσαν ρητορικήν δεινότητα. Απέθανεν εν Σισλή τη 5 Δεκεμβρίου 1913.
14. Χρύσανθος (1894-1895), πρώην Λέρου και Καλύμνου. Παρητήθη.
15. Γερβάσιος Ωρολογάς (1895-1902). Κατήγετο εκ Γκιουμουσχανέ της επαρχίας Χαλδίας. Εχρημάτισε το πρώτον πρωτοσύγκελλος του Οικουμενικού Θρόνου (1893), είτα Μητροπολίτης Κορυτσάς και ακολούθως Ιωαννίνων (1910-1916), ένθα έπαιξε σημαντικόν ρόλον εις την απελευθέρωσιν της πόλεως Ιωαννίνων από τους Τούρκους (1913). Απέθανε τω 1916.
16. Φώτιος Καλπίδης (1902-1906). Κατήγετο εκ Τσαγρακίου του Πόντου. Εγεννήθη τω 1860. Εσπούδασεν εν τη Θεολογική Σχολή Χάλκης. Διετέλεσεν ιεροκήρυξ και διευθυντής του ελληνικού σχολείου Κερασούντος. Ακολούθως υπηρέτησεν ως υπογραμματεύς (1893-1897) και αρχιγραμματεύς (1902) εις την Σύνοδον του Πατριαρχείου. Ετοποθετήθη τω 1902 εις την πολυτάραχον και υπό παντοίων αντεθνικών οργανώσεων (Ρουμανιζόντων, Κουτσοβλάχων, Βουλγαρικού Κομιτάτου κ.λ.π.) κλυδωνιζομένην Μητρόπολιν της Κορυτσάς. Υπήρξε λεπτός τους τρόπους, ευγενής την καρδίαν, αυστηρός εις το καθήκον. Ο ιστορικός Γκέσλορ, καθηγητής εν τω πανεπιστημίω της Ιένης, εν τη περί Μακεδονίας συγγραφή αυτού, εκθειάζει την σοφίαν, την ευφράδειαν και τον ακαταπόνητον θρησκευτικόν και εθνικόν ζήλον του Φωτίου. Εδολοφονήθη αγρίως εν ενέδρα παρά την Μωραβδίτσαν τη 9 Σεπτεμβρίου 1906 υπό της αλβανικής και κουτσοβλαχικής προπαγάνδας δια την εθνικήν του δράσιν. Η κηδεία του ετελέσθη τη 13 Σεπτεμβρίου 1906 εν μέσω γενικού πένθους.
17. Γερβάσιος Σαρασίτης (1906-1910), Πόντιος, πρώην Ροδοπόλεως. Μετέβη εις την Μητρόπολιν Αγκύρας και είτα εις την Μητρόπολιν Αλεξανδρουπόλεως.
18. Δημήτριος Γεωργιάδης (1910), αρχιμανδρίτης και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Χάλκης (1899-1914). Εξελέγη τω 1910 Μητροπολίτης Κορυτσάς, αλλά δεν απεδέχθη την προσγενομένην αυτώ τιμήν. Απέθανε τω 1944 εν Βιέννη, ένθα υπηρέτει ως ιερεύς εις τον ναόν του Αγίου Γεωργίου.
19. Γερμανός Αναστασιάδης (1910-1916). Εγεννήθη τω 1870 εις Άγιον Γεώργιον της επαρχίας Δέρκων. Εσπούδασεν εις την Θεολογικήν Σχολήν Χάλκης. Εχρημάτισεν αρχιδιάκονος της Μητροπόλεως Κορυτσάς (1894), πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως Χαλκηδόνος (1897), βοηθός Επίσκοπος Χαλκηδόνος υπό τον τίτλον Λεύκης (1904), Μητροπολίτης Στρωμνίτσης (1908) και Μητροπολίτης Κορυτσάς (1910-1916). Μετά την κατάληψιν της Κορυτσάς υπό των Γέλλων (1916) ηναγκάσθη να μεταβή εις Αθήνας, ένθα παρέμεινε μέχρι του 1921, φέρων τον τίτλον του Κορυτσάς. Παραιτηθείς διηύθυνεν ως τοποτηρητής προσωρινώς την επαρχίαν Σισανίου και Σιατίστης. Ειργάσθη αόκνως και εθνικώς εις τας περιφερείας τας οποίας εποίμανε. Προσέφερε μεγάλας υπηρεσίας εις τον Εθνικόν Μακεδονικόν και Βορειοηπειρωτικόν Αγώνα. Διετέλεσεν υπουργός της υπό τον Χριστάκην Ζωγράφον Αυτονόμου Βορειοηπειρωτικής Κυβερνήσεως.
20. Ιωακείμ Στρουμπής (1919), πρώην Επίσκοπος Αρδαμερίου. Μη δυνηθείς να μεταβή εις την Επισκοπήν Κορυτσάς, ένθα ετοποθετήθη, μετετέθη τη 7 Οκτωβρίου 1924 εις την Μητρόπολιν Καρδαμύλων.
21. Ιάκωβος (1919-1921), Μητροπολίτης Δυρραχίου. Διηύθυνεν ως Πατριαρχικός Έξαρχος την επαρχίάν Κορυτσάς από 20 Αυγούστου 1916 μέχρι 8 Νοεμβρίου 1921, οπότε απηλάθη υπό των Αλβανών.
22. Ιερόθεος Γιαχοτόπουλος (1921), Επίσκοπος Μιλητουπόλεως. Κατήγετο εκ Τσαρισόβας. Διηύθυνεν ως Πατριαρχικός Έξαρχος την επαρχίαν Κορυτσάς. Εξεδιώχθη του θρόνου συνεπεία του εν Αλβανία γενομένου εκκλησιαστικού πραξικοπήματος.
23. Βησσαρίων Τζοβάνι (1929-1939). Διηύθυνεν αντικανονικώς και επιτροπικώς την επαρχίαν Κορυτσάς από του 1929 μέχρι της 27 Μαΐου 1936, μέχρι της 27 Μαΐου 1936, ότι παρητήθη, πιεσθείς υπό του ελληνισμού της Β. Ηπείρου.
24. Χριστόφορος Κίσσης (1936-1937), εκ Βερατίου, πρώην Επίσκοπος Συννάδων. Διηύθυνεν αντικανονικώς την Αλβανικήν Εκκλησίαν ως Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας.
25. Ευλόγιος Κουρίλας (1937-1939). Εγεννήθη εις Ζητσίσταν της Κορυτσάς τω 1880. Απεφοίτησε της Αθωνιάδος και της Μεγάλης του γένους Πατριαρχικής Σχολής, ως και της Θεολογικής και Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εμόνασεν εν τη μονή Φιλιθέου και είτα εν τη μονή Λαύρας του Αγίου Όρους, ονομασθείς δια τούτο Λαυριώτης. Τω 1908 μετέβη εις Μακεδονίαν και επεξέτεινε την δράσιν των ανταρτικών σωμάτων και εις την επαρχίαν Κορυτσάς. Τω 1910 απεστάλη προς συλλογήν εράνων εις Αίγυπτον. Εν Καΐρω ίδρυσεν ελληνοαλβανικόν κομιτάτον και ήνωσε και τους Αλβανούς εις τον κατά των Βουλγάρων και Τούρκων αγώνα. Συμμετέσχε μυστικών κομιτάτων και συλλόγων και έλαβεν ενεργόν μέρος εις την απελευθέρωσιν της πατρίδος του. Από το 1915 μέχρι του 1923 υπηρέτησεν εν Αθήναις ως καθηγητής Γυμνασίου, από δε του 1930 μέχρι του 1931 διετέλεσε πρωτοεπιστάτης του Αγίου Όρους, ένθα επέτυχε την ανασύστασιν της Αθωνιάδος Ιερατικής Σχολής. Από του 1935 μέχρι του 1937 εδίδαξεν εν τω Πανεπιστημίω Θεσσαλονίκης. Τω 1937 μέχρι του 1923 υπηρέτησεν εν Αθήναις ως καθηγητής Γυμνασίου, από δε του 1930 μέχρι του 1931 διετέλεσε πρωτοεπιστάτης του Αγίου Όρους, ένθα επέτυχε την ανασύστασιν της Αθωνιάδος Ιερατικής Σχολής. Από του 1935 μέχρι του 1937 εδίδαξεν εν τω Πανεπιστημίω Θεσσαλονίκης. Τω 1937 εγένετο Επίσκοπος Κορυτσάς, ένθα παρέμεινε μέχρι του 1939, ότε εξεδιώχθη ως ανεπιθύμητος και ως μη κεκτημένος την αλβανικήν υπηκοότητα. Από το 1942 μέχρι του 1949 εχρημάτισε τακτικός καθηγητής της αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών. Απέθανε τη 21 Απριλίου 1961. Ο Ευλόγιος υπήρξε πολυγραφώτατος συγγραφεύς, εκδούς πλείστα σπουδαία και πρωτότυπα συγγράμματα και μελέτας.
26. Φιλόθεος, εκ Χειμάρρας.

Η ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΧΕΙΜΑΡΡΑΣ























Τοποθεσία και εξέλιξις
Η Χειμάρρα, ήτις αναφέρεται εις τα κείμενα Χιμάρα και Χιμαίρα, είναι περιοχή της Β. Ηπείρου, εκτεινομένη επί των παραλίων κλιτύων των Ακροκεραυνίων ορέων. Η ομώνυμος κωμόπολις είναι εκτισμένη επί της θέσεως της αρχαίας ηπειρωτικής πόλεως Χιμαίρας, ής σώζονται τα ερείπια.
Πότε ακριβώς συνεστήθη η Επισκοπή Χειμάρρας δεν γνωρίζομεν. Ο Μητροπολίτης Αθηναγόρας αναφέρει ότι η Επισκοπή Χειμάρρας ιδρύθη μετά την καταστροφήν της Νικοπόλεως υπό των Βουλγάρων τω 929. Οι δε Π. Αραβαντινός και Ν. Μυστακίδης πιστεύουν ότι η Επισκοπή Χειμάρρας αποτελεί συνέχειαν των Επισκοπών Αγχιάσμου και Φοινίκης μετά την καταστροφήν των ομωνύμων πόλεων αυτών. Πάντως η Επισκοπή Χειμάρρας φαίνεται ότι ιδρύθη μεταξύ των ετών 971 και 976, διότι εις τα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού (901-906), του Κ. Πρφυρογέννητου (940) και του Ι. Τσιμισκή (971) δεν αναγράφεται αύτη, αλλ’ αναφέρεται το πρώτον Θ΄ ο «Χιμάρρας» εις το δεύτερον Τακτικόν του Ι. Τσιμισκή (972-976) υπό τον Μητροπολίτην Ναυπάκτου Αιτωλίας. Τον ΙΑ΄ αιώνα η Επισκοπή Χειμάρρας υπήγετο εις την Αρχιεπισκοπήν Αρχίδος, από δε του 1285 εις την Μητρόπολιν Ιωαννίνων. Επί Επισκόπου Ιωαννικίου (1781-1791) η έδρα της Επισκοπής Χειμάρρας μετεφέρθη εις το Δέλβινον, διότι ήτο τούτο κεντρικώτερον και έδρα του Πασά του Δελβίνου.
Τον ΙΔ΄ αιώνα η Επισκοπή Χειμάρρας φέρεται υποκειμένη τη Ρωμαϊκή Εκκλησία μέχρι του έτους 1363, ότε επί Πατριάρχου Καλλίστου (1350-1363) υπήχθη εις το Πατριαρχείον Κων/πόλεως. Τω 1431 ηνώθη εκκλησιαστικώς μετά της Επισκοπής Χειμάρρας και η επαρχία Δελβίνου και ούτως απετελέσθη η Επισκοπή «Χειμάρρας και Δελβίνου». Η Επισκοπή αυτή ακολούθως ηνώθη προσωρινώς από του 1813-1821 μετά της γειτνιαζούσης Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως και ούτως αι τρεις απετέλεσαν μίαν Επισκοπήν υπό τον τίτλον «Δρυϊνουπόλεως, Χειμάρρας και Δελβίνου». Μετά τον θάνατον του Αλή Πασά, επισυμβάντα τω 1822, η ηνωμένη Επισκοπή Δελβίνου και Χειμάρρας ανέκτησε την ανεξαρτησίαν της, αποτελέσασα ιδίαν Επισκοπήν ως και πρότερον μέχρι του 1832, οπότε ηνώθη εκ νέου οριστικώς μετά της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως. Τω 1835 η ηνωμένη Επισκοπή Δρυϊνουπόλεως, Δελβίνου και Χειμάρρας προήχθη εις Μητρόπολιν του Οικουμενικού Θρόνου υπό την αυτήν επωνυμίαν. Η Επισκοπή Δελβίνου και Χειμάρρας μετά την συγχώνευσιν αυτής μετά της Δρυϊνουπόλεως εκυβερνάτο υπό αρχιερατικών επιτρόπων, οι οποίοι επείχον θέσιν Επισκόπου και έφερον τον τίτλον του οικονόμου, σπανίως δε του αρχιμανδρίτου. Οι Επίσκοποι Χειμάρρας κατά τον κώδικα του Δελβίνου εχειροτονούντο και διωρίζοντο υπό του Μητροπολίτου Ιωαννίνων, προσέτι δε ελάμβανον κατά το πρώτον έτος της χειροτονίας των από τους χριστιανούς της περιφερείας των, μη εξαιρουμένων και των κληρικών, το «φιλότιμον», ήτοι υποχρεωτικήν εισφοράν δια τα έξοδα της χειροτονίας των.
Επίσκοποι Χειμάρρας
1. Μανασής (1270).
2. Φρά Νικόλαος (1363). Ο Επίσκοπος ούτος αναφέρεται ότι τω 1363, υπό την ιδιότητά του ως Επίσκοπος Κοζύλης και Χειμάρρας, επέτυχε την απόσπασιν της Επισκοπής του από το Βατικανόν και την υπαγωγή ναύτης εις το Πατριαρχείον Κων/πόλεως.
Επίσκοποι Χειμάρρας και Δελβίνου
1. Σωφρόνιος (1500)
2. Σωφρόνιος (1540), Ιωαννίτης. Ο Αραβαντινός κατατάσσει τούτον μεταξύ των σπουδαίων λογίων της εποχής του. Εξ ενθυμήσεων βιβλίου μανθάνομεν, ότι ο Επίσκοπος Χειμάρρας Σωφρόνιος ήτο τρόφιμος και μοναχός της εν Ιωαννίνοις σχολής Στρατηγοπούλου, ένθα και απέθανε τω 1554, ταφείς εις τον νάρθηκα της εκκλησίας της μονής Αγίου Νικολάου του Ντίλιου ή Στρατηγοπούλου της νήσου Ιωαννίνων.
3. Ανώνυμος (1616). Αναφέρεται ότι την 25 Ιουνίου 1616 εζήτησε να τύχη ασύλου από τας Βενετικάς αρχάς Κερκύρας εις περίπτωσιν διωγμού του εκ μέρους των Τούρκων.
4. Σεραφείμ (1635), αναφερόμενος πρώτος εις τον κώδικα του Δελβίνου.
5. Ματθαίος (1637), αναφερόμενος ότι από πρώην Χειμάρρας προήχθη εις την Μητρόπολιν Συννάδων τη 11 Σεπτεμβρίου 1637.
6. Νικηφόρος (1650)
7. Σεραφείμ (1662-1670). Αναφέρεται ότι υπέγραψε τη 16 Ιουνίου 1662 αφοριστικόν γράμμα του Μητροπολίτου Ιωαννίνων Καλλινίκου κατά του Μητροπολίτου Δυρραχίου Συμεών Λάσκαρη και γενικώς κατά της προπαγάνδας των Παπιστών, διευθυνομένης υπό του Αχριδών Αθανασίου.
8. Ζαχαρίας (1670-1682). Ήτο κατά τον κώδικα του Δελβίνου ανήρ ενάρετος, ελεήμων και ακάματος κήρυξ του Ευαγγελίου. Επειδή επί των ημερών του εγένοντο αθρόοι εξισλαμισμοί εις την επαρχίαν του απέθανεν εκ της λύπης του φυματικός τω 1682 εν Χειμάρρα, ένθα και ετάφη εις τον ναόν των Αγίων Μαρτύρων.
9. Μανασσής (1682-1695), εκ Ζίτσης. Πρώην πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως Ιωαννίνων. Υπήρξε «ποιμήν άριστος και φίλος της παιδείας». Συνέστησε μετά πολλών κόπων και φροντίδων σχολεία εις όλα τα χωρία της επαρχίας του. Ετελεύτησεν εν Χειμάρρα και ετάφη εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων.
10. Ζαχαρίας (1695-1698). Κατήγετο εξ Αχρίδος. Ήτο γλυκύς τους τρόπους και προσιτός εις όλους. Απέθανεν εν Αχρίδι, ένθα μετέβη προς επίσκεψιν των συγγενών του και χάριν αναψυχής.
11. Καλλίνικος (1698). Αναγράφεται εις ενθύμησιν ότι «εκοιμήθη ο ποτέ Χειμάρρας και Δελβίνου Καλλίνικος τη 17 Απριλίου 1698».
12. Στέφανος (1700)
13. Ιωαννίκιος (1700), Ιωαννίτης. Αναφέρεται ότι την 1 Δεκεμβρίου 1700 παρευρέθη εις συνεδρίασιν του Αδελφάτου της «Παναγίας των Ξένων» εν Κερκύρα, δια την εκλογήν εκκλησιαστικού συμβουλίου.
14. Γρηγόριος (1730), Σμυρναίος. Υπηρέτησεν ως αρχιδιάκονος της Μητροππολεως Ιωαννίνων. Ήτο ηθικός και δίκαιος. Κατέβαλε μεγάλας προσπαθείας δια την εξάλειψιν της αλβανικής γλώσσης εκ των χριστιανών της επαρχίας του, αλλ’ αποτυχών του σκοπού του παρητήθη έμπλεος πικρίας. Εν τω κωδίκι του Δελβίνου ονομάζεται Γεννάδιος, εκ λάθους προφανώς κατά την αντιγραφήν, διότι εκ σιγιλλιώδους γράμματος του Πατριάρχου Παϊσίου, εκδοθέντος τον Ιανουάριον του 1730, πληροφορούμεθα ότι ο Επίσκοπος ούτος ελέγετο Γρηγόριος.
15. Νικηφόρος (1738), Ιωαννίτης. Αναφέρεται ότι παρητήθη λόγω γήρατος ως «πρώην Χειμάρρας» τη 28 Ιανουαρίου 1738.
16. Παρθένιος (1738), Ιωαννίτης. Αναφέρεται ότι διεδέχθη την 28 Ιουνίου 1738 τον συγγενή του Νικηφόρον, παραιτηθέντα λόγω γήρατος. Ο Π. Αραβαντινός κατατάσσει αυτόν μεταξύ των λογίων της εποχής του.
17. Παρθένιος (1760). Αναφέρεται εις τον κώδικα Δρυϊνουπόλεως και Αργυροκάστρου και εις το πρακτικόν της χειροτονίας του Επισκόπου Δρυϊνουπόλεως Δοσιθέου, όπερ συνετάχθη τη 21 Μαΐου 1760.
18. Ανατόλιος (1780)
19. Βενέδικτος (1781)
20. Ιωαννίκιος (1782-1791). Ο Μητροπολίτης ούτος ανέπτυξεν αξιόλογον θρησκευτικήν, κοινωνικήν και εθνικήν δράσιν κατά την θυελλώδη ποιμαντορίαν του. Ίδρυσε νέον επισκοπικόν μέγαρον. Εμερίμνησε δια την μετάδοσιν του θείου κηρύγματος. Ίδρυσε μεγαλοπρεπές διδακτήριον και κατέβαλε τον μισθόν του διδασκάλου εκ των κληροδοτημάτων του Σπ. Στράτη. Τω 1775 επεσκέφθη την επαρχίαν του ο Άγιος Κοσμάς, τον οποίον συνώδευσε κατά την περιοδείαν του. Παραιτηθείς οικειοθελώς ανεχώρησεν εις Κέρκυραν.
21. Παρθένιος Αραποπούλας (1795). Κατήγετο εκ Πάργας. Ήτο κατά τον κώδικα του Δελβίνου άνθρωπος με ολίγην παιδείαν, αλλά δραστήριος, σοβαρός και εραστής της δικαιοσύνης. Ελθών εις την επαρχίαν του και ευρών τους πολίτας διηρημένους συνεφιλίωσεν αυτούς. Προέβη είτα εις την επέτκασιν του ναού της Μουρτίλας δια συνδρομών και της εργασίας των χριστιανών, αλλ’ ότε η οικοδομή ευρίσκετο εις την στέγην κατεδαφίσθη ο ναός υπό των Τούρκων. Ο δραστήριος ούτος ιεράρχης αποπεράτωσε τούτον, αφού επέτυχε φιρμάνιον ειδικόν παρά του Σουλτάνου Σελήμ Γ΄. Προσέτι ο Παρθένιος εκήρυττε συχνά τον θείον λόγον και ίδρυσε σχολεία εις πολλά χωρία της επαρχίας του. Χολωθείς διότι ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων εχορήγησεν εις πολίτην της παροικίας του άδειαν γάμου, την οποίαν ο ίδιος είχεν αρνηθή, εγκατέλειψε την θε΄σιν του και μετέβη εις Επτάνησον. Τω 1779 συνώδευσε τον Μητροπολίτην Ιωαννίνων Ιερόθεον εις Κέρκυραν, ένθα μετέβη να χειροτονήση (9 Σεπτεμβρίου 1800) τον πρώτον Μητροπολίτην ταύτης.
22. Ανατόλιος Κούμας (1804), εξ Άρτης. Πρώην ηγούμενος του ναού της Παρηγοριτίσσης Άρτης. Ήτο υπέρηγρος, ενάρετος και αφελής. Κατέβαλε προσπαθείας περισυλλογής του κληροδοτήματος του Σπ. Στράτη και διώρισε διδάσκαλον του σχολείου Δελβίνου τον υπ’ αυτού χειροτονηθέντα ιερομόναχον Θεοδόσιον Κοτσήν. Παρητήθη υπέρ του διακόνου του Αμβροσίου επί τω όρω να διαιτάται εν τη Επισκοπή μέχρι του θανάτου του. Ο Αμβρόσιος μετά την ανάληψιν των καθηκόντων του ηθέτησε την συμφωνίαν και εξεδίωξε τον Ανατόλιον, όστις τω 1812 κατέφυγεν εις Κέρκυραν, ένθα αγνοείται η περαιτέρω διαβίωσις αυτού.
23. Αμβρόσιος (1812-1813). Αγνώστου καταγωγής. Αναφέρεται ως ιεράρχης ανάξιος λόγου, πανούργος και δόλιος. Προσέτι αναφέρεται τη 13 Απριλίου 1813 ως Επίσκοπος Παραμυθίας.
Επίσκοποι συνηνωμένης Επισκοπής
Δρυϊνουπόλεως, Χειμάρρας και Δελβίνου
Μετά τον ανωτέρω επίσκοπον, η Επισκοπή Χειμάρρας και Δελβίνου ηνώθη μετά της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως (1813-1821). Επίσκοπος της συνηνωμένης ταύτης Επισκοπής διετέλεσεν ο Γαβριήλ ο Σίφνιος, περί του οποίου εγένετο λόγος ανωτέρω.
Επίσκοποι Χειμάρρας και Δελβίνου
1. Νικηφόρος (1822)
2. Παρθένιος Κονοφάος (1824), Κερκυραίος. Ήτο ιεράρχης λόγιος, διότι έγραψε πολλάς λεπτομερείας δια την δράσιν του Κοσμά του Αιτωλού. Απέθανεν εις την Κέρκυραν προ του 1827 και ετάφη εις την Παναγίαν των Ξένων.
3. Παΐσιος (1827), εξ Αργυροκάστρου. Η αρχιερατεία του υπήρξε περιπετειώδης. Κατά τον κώδικα του Δελβίνου είχε καλήν παιδείαν, αλλ’ ήτο αμελέστατος εις τα καθήκοντά του. Αδυνατών να καταβάλη το υπέρογκον χρέος της Επισκοπής του και φοβηθείς τους μπέηδες εγκατέλειψε την επαρχίαν του και κατέφυγε τω 1827 εις Χειμάρραν και εκείθεν εις το νεοσύστατον βασίλειον της Ελλάδος. Αρχάς του 1831 επέστρεψεν εις Ιωάννινα, ίνα εκλιπαρήση τον προϊστάμενόν του Μητροπολίτην Ιωαννίνων Ιωακείμ, όπως επιτρέψη εις αυτόν να επανέλθη εις την έδραν του, αλλ’ αντί της επιστροφής εξωρίσθη εις Μετέωρα, ως αυθαιρέτως εγακταλείψας το ποίμνιόν του. Εκήρυττε συχνά τον λόγον του Θεού, ίδρυσε σχολεία εν τη επαρχία του και ανήγειρε τον επισκοικόν ναόν προς τιμήν των Αγίων Πάντων. Απέθανεν εν Μετεώροις τω 1862.
Ο Παΐσιος είναι ο τελευταίος Επίσκοπος Χειμάρρας και Δελβίνου, μετά δε τούτον, προαχθείσα η Επισκοπή αύτη εις Μητρόπολιν (1835), εκυβερνάτο υπό Μητροπολιτών, περί ών εγένετο λόγος εις την Εκκλησίαν Δρυϊνουπόλεως.
Αρχιερατικοί Επίτροποι Δελβίνου
1. Θεοδόσιος Κοτσής (1313-1821), εκ Δελβίνου. Εχειροτονήθη υπό του Επισκόπου Γαβριήλ πρωτοσύγκελος και είτα υπό του ιδίου διωρίσθη αρχιερατικός επίτροπος.
2. Οικονόμος Παπά-Δημήτριος (1828-1832), εκ Γοτίτσης Ιωαννίνων. Συγκαταλέγεται υπό του Π. Αραβαντινού μεταξύ των λογίων της εποχής του. Υπηρέτησεν ως εφημέριος και υποδιευθυντής της εν Ιωαννίνοις σχολής του Γκιούμα, της οποίας ήτο τρόφιμος. Τω 1816 αντικατέστησεν εν τω «Ελληνομουσίω» του Λιβόρνου τον ιερομόναχον Γρηγόριον Παλιουρίτην.
3. Γρηγόριος (1832), εξ Ιωαννίνων. Ευλαβής και ενθουσιώδης κληρικός. Υπηρέτησε πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως Ιωαννίνων. Εις αυτόν οφείλεται η διάσωσις του κώδικος του Δελβίνου.
4. Οικονόμος Παπά-Δημήτριος (1835-1836), εκ Βελιαχόβου.
5. Πρωτοπαπάς Αναστάσιος (1836), Δουβιανίτης
6. Καλλίνικος (1849). Υπηρέτησεν αρχιδιάκονος του Μητροπολίτου Παντελεήμονος. Υποπεσών εις παραπτώματα ασυμβίβαστα με το αξίωμα του κληρικού επαύθη.
7. Αρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος, ηγούμενος της μονής Κάμενας.
8. Οικονόμος Παπά-Χαράλαμπος (1853), εκ του χωρίου Χλωμού.
9. Αγαθάγγελος δια δευτέραν φοράν (1854-1871). Ήτο ευνοούμενος του Μητροπολίτου Παντελεήμονος και συμπαθέστατος εις τους συμπατριώτας του. Εν συνεργασία μετά των εμπόρων και βιοτεχνών κατήρτισε κατάλογον των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, κατά τας οποίας θα ελειτούργουν τα καταστήματα και γενικώς η αγορά. Η εφαρμογή του καταλόγου τούτου ετηρήθη μετά θρησκευτικής ευλαβείας μέχρι του 1913.
10. Φιλήμων Κίτσος (1866-1878), εξ Αγίου Ανδρέου. Είχε κλίσιν εκ μικράς ηλικίας προς τα θεία και τον μοναχικόν βίον και διεκρίθη ως μοναχός. Είχεν αρκετήν μόρφωσιν δια την εποχήν του και ήτο πολύ ευφυής. Τω 1859 εχειροτονήθη ηγούμενος της μονής Δρυϊάνου, λαβών το μοναχικόν όνομα Φιλήμων, ενώ το κοσμικόν του ήτο Φώτιος. Τω 1860 εγένετο αρχιμανδρίτης. Δια τα σπάνια διοικητικά του προσόντα διωρίσθη υπό του Μητροπολίτου αυτού ταυτοχρόνως αρχιερατικός επίτροπος Δελβίνου και ηγούμενος της μονής Θεολόγου (1866-1890) εν Πολυτσιάνη, της οποίας εκαλλώπισε τον ναόν και οικοδόμησε σχολήν ελάχιστα απέχουσαν της μονής. Υπήρξε πολιτικός ηγέτης της ατυχούς επαναστάσεως του Λυκουρσίου (1878), εμπνευστής και ηγέτης σοβαρού αγροτικού κινήματος, το οποίον εξέσπασε τω 1862. απέθανε τη 1 Μαρτίου 1890 ως ηγούμενος της μονής Θεολόγου.
11. Δημήτριος Οικονόμου ή Παπαδόπουλος. Εγεννήθη τω 1865 εις το χωρίον Λόγγος της Άνω Δροπόλεως. Είχεν αρκετά προσόντα. Απέθανε τω 1951.
12. Οικονόμος Παπά-Στέφανος Βενακίδης (1899-1911). Εγεννήθη εις το χωρίον Σελιό της Άνω Δροπόλεως Αργυροκάστρου. Είχεν αδαμάντινον χαρακτήρα. Υπηρέτησεν επί τουρκοκρατίας ως διδάσκαλος εις διάφορα σχολεία των επαρχιών Δροπόλεως, Πωγωνίου και Δελβίνου. Διετέλεσεν αρχιδιάκονος της Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Δελβίνου και Χειμάρρας, αρχιερατικός επίτροπος Δελβίνου και μετά το 1911 αρχιερατικός επίτροπος εις πολλάς ελληνικάς παροικίας της Αιγύπτου. Απέθανε τη 11 Απριλίου 1935, καταλιπών αγαθήν μνήμην.
13. Παπά-Νικόλαος (1911), εκ Καραχατζίου. Αντάξιος διάδοχος του προκατόχου του. Ήλθε πολλάκις εις προστριβάς προς τας αλβανικάς αρχάς χάριν των εθνικών και θρησκευτικών ιδεωδών. Μη αναγνωρίσας το πραξικόπημα της ανακηρύξεως της Αλβανικής Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου υπέστη πολλούς διωγμούς και φυλακίσεις και τελικώς αντικατεστάθη.

Η ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ή ΔΡΥΪΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

















Τοποθεσία και εξέλιξις αυτής
Η Επισκοπή αύτη υπήρξε μία των οκτώ Επισκοπών της Παλαιάς Ηπείρου, αίτινες ανεφάνησαν προ του Ε΄ αιώνος. Είχεν έδραν το πρώτον την εν Β. Ηπείρω Αδριανούπολιν, κτισθείσαν κατά τας αρχάς του Β΄ αιώνος μ.Χ. υπό του αυτοκράτορος Αδριανού και οχυρωθείσαν τον Στ΄ αιώνα υπό του Ιουστινιανού. Εις τα μεσαιωνικά κείμενα η Αδριανούπολις αναφέρεται και Ανδριανούπολις και Δρυϊνούπολος και Δρυνούπολις. Το ακριβές έτος της ιδρύσεως της Επισκοπής Αδριανουπόλεως δεν είναι γνωστόν, είναι όμως βέβαιον ότι ιδρύθη προ του 431, διότι το έτος τούτο λαμβάνει μέρος ο Επίσκοπος αυτής Ευτύχιος εις την Γ΄ εν Εφέσω (431) Οικουμενικήν Σύνοδον. Εν τω συνεκδήμω του Ιεροκλέους αναφέρεται μία των δώδεκα πόλεων, αίτινες απετέλουν την επαρχίαν της Παλαιάς Ηπείρου.
Η έδρα της Επισκοπής Αδριανουπόλεως, μετά την καταστροφήν της ομωνύμου πόλεως υπό των Γότθων του Τωτίλα, μετεφέρθη εις την τετειχισμένην κωμόπολιν Επισκοπής (558-1185), μετά την καταστροφήν και ταύτης υπό των σταυροφόρων εις Γαρδίκιον και την ιεράν μονήν Τσέπου ή Υψηλής Πέτρας (1185-1318 ή 1395), είτα δε δια πολιτικούς λόγους εις Αργυρόκαστον (1318-1924) και από του 1924 μέχρι σήμερον εις Δελβινάκιον της ελευθέρας Ηπείρου.
Η Επισκοπή Αδριανουπόλεως υπήγετο κατ’ αρχάς μεν εις την Μητρόπολιν Νικοπόλεως μέχρι της καταστροφής της ομωνύμου πόλεως υπό των Βουλγάρων, είτα δε εις την Μητρόπολιν Ναυπάκτου έως του 1020, ότε υπήχθη εις την Αριχεπισκοπήν Αχρίδος, από δε του 1285 μέχρι του Ιουλίου 1835 απετέλεσε μία των Επισκοπών της Μητροπόλεως Ιωαννίνων. Αναγράφεται δε αύτη Ζ΄ εις τα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού, του Κ. Προφυρογεννήτου και του Ι. Τσιμισκή υπό τον Μητροπολίτην Ναυπάκτου και ΚΔ΄ εν τω δευτέρω διατάγματι του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου υπό την Αρχιεπισκοπήν Αρχίδος. Κατά τας αρχάς του Η΄ αιώνος και επί τη βάσει του Τακτικού του Παρισινού κώδικος 1555Α, η Επισκοπή Αδιανουπόλεως ήτο η πρώτη εκ των έξ Επισκοπών της Μητροπόλεως Νικοπόλεως της Παλαιάς Ηπείρου.
Μετά της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως ηνώθη, κατ’ αρχάς προσωρινώς (1813-1921), από δε του Ιουλίου 1832 οριστικώς, και η ηνωμένη Επισκοπή Χειμάρρας και Δελβίνου. Ούτως απετέλεσαν πλέον απετέλεσαν πλέον και αι τρεις μίαν Επισκοπήν υπό τον τίτλον Δρυϊνουπόλεως, Δελβίνου και Χειμάρρας, λαβούσαν τον αριθμόν 63 εις την σειράν των υπό τον Οικουμενικόν Θρόνον Μητροπολιτών. Ο κώδιξ του Δελβίνου αποδίδει την ένωσιν αυτήν των Επισκοπών εις την εύνοιαν του Μητροπολίτου Ιωαννίνων και του Αλή Πασά προς τον Επίσκοπον Δρυϊνουπόλεως Γαβριήλ τον Σίφνιον. Πιθανώς όμως οφείλεται εις τον οικονομικόν μαρασμόν της περιοχής Χειμάρρας και Δελβίνου, λόγω της βαθμιαίας αραιώσεως του χριστιανικού πληθυσμού εκ των αθρόων εξισλαμισμών, οίτινες είχον αρχίσει εκ των μέσων του ΙΖ΄ αιώνος. Την οικονομικήν εξαθλίωσιν της περιοχής Χειμάρρας αναφέρει σιγιλλιώδες γράμμα του Πατριάρχου Κων/πόλεως Διονυσίου τω 1664, ένθα αναφέρεται: «Η Επισκοπή Χειμάρρας, υποκειμένη τω θρόνω της Μητροπόλεως Ιωαννίνων, εις ατονίαν καθέστηκεν, ώστε ούτε τα προς ζωάρκειαν του Επισκόπου απαρτίζειν». Τα αυτά αναφέρει και ο Πατριαρχικός Τόμος της ενώσεως της Επισκοπής Χειμάρρας και Δελβίνου μετά της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως: «Η Επισκοπή (Χειμάρρας) απομεμακρυσμένη εξ Ιωαννίνων και καθ’ υπερβολήν διεφθαρμένη… αδύνατος τοις όλοις κατέστη προς διατροφήν και περίθαλψιν ιδίου Αρχιερέως». Εξ άλλου, ως παρατηρεί τις, εν διαφόροις εγγράφοις και σιγιλλίοις, και η Επισκοπή Δρυϊνουπόλεως υφίστατο από τας αρχάς του ΙΖ΄ αιώνος μέχρι των μέσων του ΙΗ΄ αιώνος οξείαν οικονομικήν κρίσιν, ήτις ηπείλει και αυτήν την ύπαρξίν της. Ένεκα τούτου πολλοί Επίσκοποι Δρυϊνουπόλεως παρητούντο, επειδή δεν ηδύναντο να ανταποκριθούν εις τα δυσβάστακτα χρέη της Επισκοπής των, δια τα οποία μάλιστα τινες ενεχειρίαζον και τα ιερά ακόμη άμφιά των, ως θα ίδωμεν κατωτέρω.
Τω 1835 η συνηνωμένη Επισκοπή Δρυϊνουπόλεως, Δελβίνου και Χειμάρρας προήχθη εις Μητρόπολιν του Οικουμενικού Θρόνου υπό τον τίτλον Δρυϊνουπόλεως, Δελβίνου και Χειμάρρας. Η Μητρόπολις αύτη έλαβεν τον αριθμόν 64 εν τω Πατριαρχικώ Συνταγματίω, του οικείου Μητροπολίτου φημιζομένου «υπερτίμου και εξάρχου πάσης Χαονίας».
Μέχρι της απελευθερώσεως της Ηπείρου εκ του Τουρκικού ζυγού (1912) η εκκλησιαστική ζωή της επαρχίας Δρυϊνουπόλεως ήτο ομαλή, διεταράχθη δε μετά την ανακήρυξιν της Αλβανίας (1913) υπό των μεγάλων δυνάμεων εις αυτόνομον κράτος, οπότε ολόκληρος ο νομός Αργυροκάστρου προσηρτήθη εις το νεοϊδρυθέν τούτο Αλβανικόν κρατίδιον. Εις την άδικον δε ταύτην απόφασιν των μεγάλων δυνάμεων ο ελληνικός πληθυσμός της Β. Ηπείρου απήντησε την 17 Φεβρουαρίου 1914 δια της ανακηρύξεως της αυτονομίας της Β. Ηπείρου, πρωτοστατούντων και των αειμνήστων τότε Μητροπολιτών Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνος και Δρυϊνουπόλεως Βασιλείου. Δυστυχώς το αυτονομιακόν τούτο καθεστώς ανετράπη κατ’ Οκτώβριον του 1916 και η Ιταλία ως προστάτις δύναμις της Αλβανίας, καταλαβούσα τότε τον νόμον Αργυροκάστρου και τμήματα των επαρχιών Βελλάς και Κονίτσης, ως και της Κορυτσάς μέχρι της Ερσέκας, απέπεμψε βιαίως τον κανονικόν επίσκοπον της επαρχίας Δρυϊνουπόλεως και Αργυροκάστρου Βασίλειον. Ο Μητροπολίτης ούτος εγκατεστάθη προσωρινώς εις Δελβινάκιον της ελευθέρας Ηπείρου και διηύθυνεν εκείθεν την υπόλοιπον δουλωθείσαν επαρχίαν του. Μετά την απομάκρυνσιν του Βασιλείου εισήχθη η ιταλική και αλβανική γλώσσα εις τα σχολεία της επαρχίας Αργυροκάστρου και η αλβανική εις την εκκλησίαν, κατεληστεύθησαν δε αι πλουσιώτεραι μοναί της ελληνικής ταύτης επαρχίας. Κατά τον Νοέμβριον του 1924 το Οικουμενικόν πατριαρχείον δια λόγους εκκλησιαστικούς και άλλους ίδρυσε την νέαν Μητρόπολιν Δρυϊνουπόλεως εν τη ελευθέρα Ηπείρω, περιλαμβάνουσαν την υποδιοίκησιν Πωγωνίου με έδραν το Δελβινάκιον. Η εν λόγω Μητρόπολις έφερε τον τίτλον «Δρυϊνουπόλεως και Πωγωνιανής», του οικείου Αρχιερέως αυτής φημιζομένου «υπερτίμου και εξάρχου Βορείου Ηπείρου».
Η εν Β. Ηπείρω Μητρόπολις Δρυϊνουπόλεως μετά την απομάκρυνσιν του Μητροπολίτου Βασιλείου διηυθύνετο υπό του εξ Ελβασανίου οικονόμου Αθανασίου, του μετονομασθέντος Αμβροσίου (1929), κατ’ αρχάς μεν ως αριχερατικού επιτρόπου (1916-1929), είτα δε ως Επισκόπου Αργυροκάστρου (1929-1936), αντικανονικώς εκλεγέντος.
Αδριανούπολις και Δρυϊνούπολις και Δρυνούπολις. Το ακριβές έτος της ιδρύσεως της Επισκοπής Αδριανουπόλεως δεν είναι γνωστόν, είναι όμως βέβαιον ότι ιδρύθη προ του 431, διότι το έτος τούτο λαμβάνει μέρος ο Επίσκοπος αυτής Ευτύχιος εις την Γ΄ εν Εφέσω (431) Οικουμενικήν σύνοδον. Εν τω Συνεκδήμω του Ιεροκλέους αναφέρεται μία των δώδεκα πόλεων, αίτινες απετέλουν την επαρχίαν της Παλαιάς Ηπείρου.
Η έδρα της Επισκοπής Αδριανουπόλεως, μετά την καταστροφήν της ομωνύμου πόλεως υπό των Γότθων του Τωτίλα, μετεφέρθη εις την τετειχισμένην κωμόπολιν Επισκοπής (558-1185), μετά την καταστροφήν και ταύτης υπό των σταυροφόρων εις Γαρδίκιον και την ιεράν μονήν Τσέπου ή Υψηλής Πέτρας 1185-1318 ή 1395), είτα δε δια πολιτικούς λόγους εις Αρυγρόκαστρον (1318-1924) και από του 1924 μέχρι σήμερον εις Δελβινάκιον της ελευθέρας Ηπείρου.
Η Επισκοπή Αδριανουπόλεως υπήγετο κατ’ αρχάς μεν εις την Μητρόπολιν Νικοπόλεως μέχρι της καταστροφής της ομωνύμου πόλεως υπό των Βουλγάρων, είτα δε εις την Μητρόπολιν Ναυπάκτου έως του 1020, ότε υπήχθη εις την Αρχιεπισκοπήν Αχρίδος, από δε του 1285 μέχρι του Ιουλίου 1835 απετέλεσε μία των Επισκοπών της Μητροπόλεως Ιωαννίνων. Αναγράφεται δε αύτη Α΄ εις τα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού, του Κ. Πορφυρογέννητου και του Ι. Τσιμισκή υπό τον Μητροπολίτην Ναυπάκτου και ΚΔ΄ εν τω δευτέρω διατάγματι του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου υπό την Αρχιεπισκοπήν Αχρίδος. Κατά τας αρχάς του Η΄ αιώνος και επί τη βάσει του Τακτικού του Παρισινού κώδικος 1555Α, η Επισκοπή Αδριανουπόλεως ήτο η πρώτη εκ των έξ Επισκοπών της Μητροπόλεως Νικοπόλεως της Παλαιάς Ηπείρου.
Μετά την απομάκρυνσιν των Γερμανών εκ της Αλβανίας και την εκεί εγκαθίδρυσιν κομμουνιστικού καθεστώτος, η Αλβανική κυβέρνηση ανεγνώρισε τα διάφορα θρησκεύματα δια συνταγματικών πράξεων και νόμων. Ούτω το 1950 Επίσκοπος Αργυροκάστρου διωρίσθη ο εκ Βογραδετσίου Δαμιανός. Μετά την συμμαχίαν όμως της Αλβανίας μετά των Κινέζων και την διάρρηξιν των δεσμών αυτής μετά της Μόσχας (1961), η κομμουνιστική κυβέρνησις της Αλβανίας κατήργησε δια κυβερνητικών πράξεων όλα τα θρησκεύματα με την δικαιολογίαν, ότι ταύτα είναι συμπίλημα μύθων και αντιλαϊκών διδασκαλιών. Αποτέλεσμα υπήρξεν η δήμευσις της εν Αλβανία περιουσίας των μοναστηρίων και εκκλησιών, το κλείσιμον των ναών, ο αποσχηματισμός των ιερέων, η ανασκαφή των νεκροταφειών, η κατεδάφισις των κωδωνοστασίων, ο εμπρησμός των θρησκευτικών βιβλίων παντός δόγματος και η προσπάθεια εξαλβανισμού του ελληνικού πληθυσμού της Βορείου Ηπείρου.
Επίσκοποι Αδριανουπόλεως

(Σύντομοι βιογραφικαί σημειώσεις)
Οι συνταχθέντες κατάλογοι των Αρχιερέων, των ανελθόντων εις τον θρόνον Αδριανουπόλεως, της μετά ταύτα Δρυϊνουπόλεως, είναι πολύ ελλιπείς και πλήρεις χασμάτων και ανακριβειών μέχρι του 1753, μετά δε το έτος τούτο έχομεν εξηκριβωμένας πληροφορίας εκ των επισκοπικών κωδίκων Αργυροκάστρου και Δελβίνου. Ο κώδιξ Αργυροκάστρου συνεστήθη επί των ημερών του Επισκόπου Δρυϊνουπόλεως Δοσιθέου τω 1760 και εδημοσιεύθη υπό του Π. Πουλίτσα εν τοις Ηπειρωτικοίς χρονικοίς. Ο δε κώδιξ του ναού της πόλεως Δελβίνου ήρχισε να γράφηται τω 1635, αντεγράφη τω 1832 υπό του Κ. Μανάρα και εδημοσιεύθη υπό του Θ. Μπαμίχα εν τοις Ηπειρωτικοίς χρονικοίς. Αμφότεροι οι εν λόγω κώδικες είναι πολύτιμοι ιστορικαί πηγαί δια την πολιτικήν και εκκλησιαστικήν ιστορίαν της Ηπείρου, διότι εξ αυτών μανθάνομεν πολλά ιστορικά γεγονότα και πολλάς εκκλησιαστικάς ειδήσεις. Πολλά κενά του επισκοπικού καταλόγου Δρυϊνουπόλεως καλύπτει ο επισκοπικός κατάλογος του Ν. Μυστακίδου, ο ευρεθείς τω 1940 υπό του καθηγητού Ν. Βέη και δημοσιευθείς υπό του ιδίου εις την επετηρίδα του Μεσαιωνικού Αρχείου. Ούτος όμως λόγω των πολλών ανακριβειών του δεν ελήφθη υφ’ ημών υπ’ όψιν. Επίσκοποι γνωστοί της Επισκοπής Αδριανουπόλεως είναι οι επόμενοι:
1. Ευτύχιος ή Ευστόχιος, λαβών μέρος εις την Γ΄ (431) και Δ΄ (451) Οικουμενικήν Σύνοδον.
2. Υπάτιος, υπογράψας επιστολήν της τοπικής εν Ηπείρω Συνόδου προς τον Επίσκοπον Ρώμης Λέοντα Α΄.
3. Κωνσταντίνος, υπογράψας την προς τον Πάπαν Ορμίσδαν (541-523) αναφοράν της εν Ηπείρω τοπικής Συνόδου τω 523.
4. Κοσμάς, λαβών μέρος εις την Ζ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον τω 754.
5. Μεθόδιος (1080-1099). Κατήγετο εκ Κολορτσής Δεροπόλεως και ήτο ανήρ σοφός, επιστήμων και μεγάλης οικογενείας. Επιτυχών παρά του αυτοκράτορος Αλεξίου του Κομνηνού την χορήγησιν οκτώ χιλιάδων φλωρίων ίδρυσε δι’ αυτών τον ναόν της Επισκοπής του επ’ ονόματι του Γενεθλίου της Θεοτόκου.
6. Μητροφάνης (1130). Κατήγετο εκ Δελβινακίου Ηπείρου.
7. Αθανάσιος (1181-1183). Ο Επίσκοπος ούτος επέτυχε παρά του αυτοκράτορος Ανδρονίκου την ανοικοδόμησιν του περικαλούς ναού της Υψηλής Πέτρας επ’ ονόματι του Αγίου Νικολάου. Επί των ημερών του ο αυτοκράτωρ Ανδρόνικος παρεχώρησεν εις τους εκάστοτε Αρχιερείς, οι οποίοι διέμενον εις την Υψηλήν Πέτραν, τα χωρία: «Ελευθεροχώρι, Κρόγκους, Πετσά, Μουζίνα, Δροβιαναί, Λεσινίετσαι, μετά των καλυβίων αυτών».
8. Θωμάς, αναφερόμενος υπό του Π. Αραβαντινού τω 1222 και υπό του Lequien τω 1229.
9. Συμεών (1510). Εξ επιγραφής εντός του επισκοπικού ναού του χωρίου Επισκοπής μανθάνομεν ότι δια πρωτοβουλίας και εξόδων του Επισκόπου τούτου εζωγραφίσθη το διάστυνον του εν λόγω ναού την 12 Σεπτεμβρίου 1510.
10. Ματθαίος, αναφερόμενος τω 1517.
11. Συμεών (1551), αναφερόμενος εις επιγραφήν του ναού του Αγίου Αθανασίου εν Πολυτσιάνη.
12. Μακάριος, αναφερόμενος υπό του Π. Αραβαντινού τω 1565 και υπό του Lequien τω 1564.
13. Νεκτάριος (1581). Ο Επίσκοπος ούτος παρητήθη οικειοθελώς της Επισκοπής του υπέρ του ευνοουμένου του Επισκόπου Γαβριήλ. Προς τον προκάτοχόν του Νεκτάριον ο Γαβριήλ παρεχώρησεν, κατ’ αξίωσιν του Πατριάρχου Ιερεμίου Β΄, προς ζωάρκειαν αυτού, τα χωρία Πολύτσιανη, Σιναπουλκία, Σαρακινίστα, Δελβινάκι και Σταυροκιάδι. Η παραχώρησις των εν λόγω χωρίων εις τον Νεκτάριον διήρκησε μέχρι του έτους 1604, οπότε προσηρτήθησαν πάλιν εις την Επισκοπήν.
14. Γαβριήλ. Αναφέρεται αχρονολόγητος. Υποπεσών εις βαρέα και ασυμβίβαστα προς το επισκοπικόν του αξίωμα παραπτώματα καθηρέθη υπό του Πατριάρχου Ιερεμίου Β΄ (1572-1584).
15. Ιάκωβος. Αναφέρεται αχρονολόγητος. Εχειροτονήθη επί της δευτέρας Πατριαρχείας του Ιερεμίου Β΄ (1580-1584).
16. Νεόφυτος (1595-1610). Η αρχιερατεία του υπήρξε θυελλώδης. Πολλάκις εταλαιπωρήθη δια συκοφαντικών καταγγελιών των επαρχιωτών του προς το Πατριαρχείον. Υπήρξεν αδελφός του ανωτέρω καθαιρεθέντος Επισκόπου Γαβριήλ.
17. Ματθαίος (1611-1614). Ήτο Ηπειρώτης. Αναφέρεται ότι τω 1611 επετρόπευσε τον ασθενούντα Μητροπολίτην Ιωαννίνων Μανασσή. Υπήρξεν είς εκ των πρωτεργατών της ατυχούς επαναστάσεως του Διονυσίου του Σκυλοσόφου, δια τούτο και κατεκρίθη υπό του Μαξίμου του Πελοποννησίου δια μιας επιτιμητικής αυτού επιστολής. Ο Ματθαίος υπήρξεν εξέχουσα εκκλησιαστική και εθνική φυσιογνωμία και πρόδρομος της Αναστάσεως του Γένους εκ της Τουρκικής τυραννίας.
18. Ματθαίος (1617. Αναφέρεται εις επιγραφήν του ναού των Αγίων μαρτύρων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου του χωρίου Τρανουσίστας.
19. Συμεών (1619). Υπήρξε μεμορφωμένος και διαπρεπής ιεράρχης. Εξ επιγραφής μανθάνομεν ότι δι’ εξόδων του ιδρύθη ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εις την Κάτω Επισκοπήν.
20. Κάλλιστος (1620-1636). Αναφέρεται τον Φεβρουάριον του 1606 ως πρώην Δρυϊνουπόλεως. Παρητήθη της Επισκοπής του, διότι δεν ηδύνατο να ανταποκριθή εις τα δυσβάστακτα χρέη ταύτης, δια τα οποία ευρέθη εις την ανάγκην να ενεχυριάση το ωμοφόριον και τον αρχιερατικόν μανδύαν. Επανήλθεν εις τον επισκοπικόν του θρόνον, διότι αναφέρεται τα έτη 1620, 1633 και 1634-1636. Φαίνεται ότι κατήγετο από την Πετσάν, διότι εφησύχαζεν εκεί κατά τας τελευταίας ημέρας της ζωής του. Επί των ημερών του ελειτούργησε το πρώτον Ελληνικόν σχολείον εν Αργυροκάστρω.
21. Γαβριήλ (1637-1647). Αναφέρεται τα έτη 1637-1639 και τω 1643.
22. Σεραφείμ (1662). Αναφέρεται εις επιγραφήν της μονής Κάμενας.
23. Καλλίνικος (1667-1672). Κατήγετο εκ του χωρίου Λουψάτες του Δελβίνου. Εχρημάτισεν επί μακρόν Μητροπολίτης Ιωαννίνων, η δε αρχιερατεία του υπήρξε τρικυμιώδης. Εκ των περισωθέντων εγγράφων φαίνεται ότι ήτο ιεράρχης δραστήριος και άξιος λόγου. Τω 1666, καταγγελθείς εκ δευτέρου εις τα Πατριαρχεία «δια παρανομίας, αδικίας και επιβουλάς παντοειδείς», καθηρέθη, λόγω όμως των υπέρ της ορθοδοξίας αγώνων του δεν μετέπεσεν εις την τάξιν των μοναχών, αλλά διωρίσθη τω 1667 πρόεδρος της χηρευσάσης Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως, την οποίαν διηύθυνεν ευδοκίμως μέχρι του 1672. Απέθανε και ετάφη εν Αργυροκάστρω τη 14 Μαΐου 1678.
24. Σοφιανός (1672-1770). Δεν αναφέρεται εις τους παλαιούς συνταχθέντας επισκοπικούς καταλόγους. Περί της καταγωγής, της αναρρήσεως εν τω επισκοπικώ θρόνω και της παραιτήσεως αυτού ουδέν γνωρίζομεν. Είναι γνωστόν ότι ίδρυσε τω 1672 σχολήν εις την εν Πολυτσιάνη μονήν του Αγίου Αθανασίου. Συνέβαλε μεγάλως εις την αναχαίτησιν του εξισλαμισμού της επαρχίας του. Ηργάσθη κατ’ αρχάς παρασκηνιακώς προς τον σκοπόν αυτόν, ότε δε οι αρνησίθρησκοι εγένοντο επικινδύνως απειλητικοί, εγκατέλειψε την Επισκοπήν του και κατέφυγεν εις την εν Πολυτσιάνη μονήν του Αγίου Αθανασίου, ίνα κατά τον γεωγράφον A. Philippson «διδάξη τους περιοίκους και ενισχύση αυτούς εις την εγκαρτέρησιν και την αποτροπήν του κινδύνου της εξωμοσίας». Ο δε Σπ. Αραβαντινός εξαίρων την εν γένει δράσιν του Σοφιανού γράφει: «Ο σεβάσμιος ούτος ανήρ τα μέγιστα συνετέλεσεν εις την αναχαίτησιν του χειμάρρου της εξωμόσεως του απειλούντος να κατακλύση ολόκληρον Ήπειρον». Ο λαός τονανεκήρυξεν Άγιον και η μνήμη του εορτάζεται τη 26 Νοεμβρίου. Απέθανε και ετάφη εις τον εν Πολυτσιάνη ναόν του Αγίου Αθανασίου, ένθα φυλάσσονται τα ιερά λείψανα αυτού εις αργυράν λειψανοθήκην, κατασκαυασθείσαν υπό του ηγουμένου της μονής του Αγίου Αθανασίου ιερομονάχου Χρυσάνθου εκ Σάμου.
Ο επίσκοπος Σοφιανός υπήρξε τω όντι μεγάλη εθνική φυσιογνωμία και πρόδρομος του 1821, διότι εις κρισίμους δια το Έθνος στιγμάς ύψωσε μέγαν αναχαιτιστικόν φραγμόν εις την βάρβαρον και αλλόθρησκον επιβουλήν προς εξισλάμισιν της περιοχής του και ανέτρεψεν ούτω τα σκοτεινά σχέδια της φυλετικής εξαφανίσεως του Χριστιανισμού εις την ελληνικήν γωνίαν της ακραίας περιοχής.
25. Ραφαήλ (1720). Κατήγετο εκ Βίτσης Ζαγορίου. Αναφέρεται τω 1720 και τω 1723. Αφιέρωσεν εις την μονήν του προφήτου Ηλιού της πατρίδος του την σωζομένην χείρα του Αγίου Σώζοντος και αγρόν τινα, λεγόμενον του «Επισκόπου». Απέθανε και ετάφη εις την εν λόγω μονήν.
26. Στέφανος (1729). Αναφέρεται το έτος 1729, ότε μετέβη ως Πατριαρχικός Έξαρχος εις Ιωάννινα, ίνα λύση την διαφοράν μεταξύ του Μητροπολίτου Ιεροθέου και των προυχόντων των Ιωαννίνων.
27. Νικόδημος (1732). Αναφέρεται ως διάδοχος του Στεφάνου.
28. Μανουήλ (1750). Τον Επίσκοπον τούτον εσφαλμένως ο Π. Αραβαντινός τοποθετεί τω 1758, ως προκάτοχον του Δοσιθέου, διότι είναι επισήμως μεμαρτυρημένον ότι ο Δοσίθεος διεδέχθη τον Μητροφάνην (1753-1760) και κατά συνέπειαν ο Μανουήλ διετέλεσεν Επίσκοπος προ του 1753.
29. Μητροφάνης (1753-1760). Επί των ημερών του ανηγέρθη εν Αργυροκάστω μεγαλοπρεπές σχολικόν κτίριον. Είχε μεγάλην μόρφωσιν και ετιτλοφορείτο «μουσικολογιώτατος», διότι ήτο άριστος μουσικός και πιθανώς είχε συγγράψει και μουσικά βιβλία. Παρητήθη τω 1760.
30. Δοσίθεος (1760-1790). Κατήγετο εκ Μετσόβου. Υπηρέτησε το πρώτον ως αρχιδιάκονος της Μητροπόλεως Ιωαννίνων και τω 1759 ως επίτροπος της Πατριαρχικής Εξαρχίας Μετσόβου. Τω 1760 εγένετο Επίσκοπος Δρυϊνουπόλεως και Αργυροκάστρου. Ανέπτυξεν αξιόλογον θρησκευτικήν και κοινωνικήν δράσιν. Ούτως ανεκαίνισε το επισκοπικόν μέγαρον της Επισκοπής του, ίδρυσεν εβδομήκοντα εκκλησίας, εκτός εκείνων, αίτινες ανιστορήθησαν και εξωραΐσθησαν. Προσέτι ωργάνωσε την πρότερον τελείως εξηρθρωμένην Επισκοπήν του και συνέταξε τον επισκοπικόν κώδικα Αργυροκάστου, όστις αποτελεί σημαντικόν ιστορικόν μνημείον δια την εκκλησιαστικήν ιστορίαν της Ηπείρου. Απέθανε τω 1810. Επί τεσσαράκοντα έτη εποίμανε θεαρέστως την επαρχίαν του, χαρακτηρίζεται δε «ως ανήρ τίμιος, θεοσεβής και ευλαβής, νουνεχής τε και πράος». Τοσούτον δε ενάρετος και αγαθός υπήρξεν, ώστε εφείλκυσε, κατά τον Π. Αραβαντινόν, και την αγάπην όλων σχεδόν των Οθωμανών του Αργυροκάστρου, των θηριοδεστέρων της εποχής εκείνης χριστιανομάχων.
31. Γαβριήλ ο Σίφνιος (1799-1813, 1821-1827). Κατήγετο εκ της νήσου Σίφνου των Κυκλάδων. Διεδέχθη τον Δοσίθεον και αναφέρεται το πρώτον τω 1799. Ως ευνοούμενος του Μητροπολίτου Ιωαννίνων Ιεροθέου και του Αλή Πασά επέτυχε την ένωσιν της Επισκοπής του μετά της φυτοζωούσης τότε Επισκοπής Χειμάρρας και Δελβίνου. Εν τω επισκοπικώ κώδικι του Δελβίνου χαρακτηρίζεται: «άνθρωπος με πολλήν μικρήν παιδείαν, οξύς το λέγειν, ράθυμος, πολύφαγος, οργίλος και εραστής του οίνου και πολυέξοδος». Τελευταίως ο Γαβριήλ έπεσεν εις την δυσμένειαν του Αλή Πασά και απεμακρύνθη της Επισκοπικής του έδρας ως ύποπτος. Την 23 Μαΐου 1820 παρευρέθη κατόπιν προσκλήσεως του Αλή Πασά εις Διβάνιον (=συμβούλιον) εν Ιωαννίνοις, ένθα ο Αλής εξεφράσθη κολακευτικώς περί αυτού. Απέθανε πιθανώς εν Αργυροκάστρω τον Δεκέμβριον του 1827.
Επίσκοποι συνηνωμένης επισκοπής Δρυϊνουπόλεως, Δελβίνου και Χειμάρρας
1. Γαβριήλ ο Σίφνιος, περί ού εγένετο λόγος ανωτέρω.
2. Ιωακείμ ο Χίος (1832-1835). Εγεννήθη εν Καλιμασσά της Χίου. Κατά κόσμον ελέγετο Ιωάννης Κοκκώδης. Υπηρέτησε κατ’ αρχάς ως πτωχός ιεροδιάκονος εν τη Μητροπόλει Ιωαννίνων. Συνεπλήρωσε τας σπουδάς του πλησίον των επιφανών διδασκάλων του Γένους Αλ. Ψαλίδα και Γ. Αισώπου ή Κρανά εκ Γραμμένου της Ηπείρου. Τω 1828 εγένετο Επίσκοπςο Δρυϊνουπόλεως, τω 1835 Μητροπολίτης Ιωαννίνων, τω 1845 Μητροπολίτης Κυζίκου και κατά τα έτη 1860-1863 και 1873-1878 Πατριάρχης Κων/πόλεως. Ως Επίσκοπος Δρυϊνουπόλεως ενδιεφέρθη δια τα σχολεία της Επισκοπής του. Ότε η Τουρκική κυβέρνησις έθεσεν εις εφαρμογήν διοικητικάς μεταρρυθμίσεις ευνοϊκάς δια τους «ραγιάδες» χριστιανούς, αλλά δυσμενείς δια τους φεουδάρχας Τούρκους, ο Ιωακείμ ετάχθη με το μέρος της Τουρκικής κυβερνήσεως. Τη προστασία του Ιωακείμ εσπούδασεν ο Βασίλειος Παπαχρήστου, ο μετέπειτα περιώνυμος Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως. Ήλθεν ο Ιωακείμ εις ένοπλον δράσιν κατά των τοπαρχών και των Λιάπηδων, οίτινες κατεπίεζον τους Χριστιανούς. Ο κώδιξ του Δελβίνου εκφράζεται δυσμενώς περί αυτού και δη ότι ήτο «μέγας φίλος του χρυσού». Εν τούτοις ο Ιωακείμ υπήρξε διαπρεπής ιεράρχης με πλουσίαν θρησκευτικήν και εθνικήν δράσιν.
Μητροπολίται Δρυϊνουπόλεως
1. Παΐσιος ο Βυζάντιος (Ιουλ. 1835-Νοεμβρ. 1835). Κατήγετο πιθανώς εκ Βυζαντίου. Εχειροτονήθη πρώτος Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως τον Ιούλιον του 1835 εν τω Πατριαρχικώ ναώ του Φαναρίου και απέθανεν εν Ιωαννίνοις, πιθανώς εκ συγκοπής καρδίας, τη 16 Σεπτεμβρίου 1835, πριν ακόμη εγκατασταθή εις την έδραν του.
2. Νεόφυτος Κεκέζης (1835-1841). Κατήγετο εξ Αργυροκάστρου. Εξελέγη Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως τον Νοέμβριον του 1835 και εγκατεστάθη εν Αργυροκάστρω το Μέγα Σάββατον του 1836. η πρώτη του πράξις ήτο να ανοίξη τα σχολεία του Αργυροκάστρου και του Δελβίνου, εν συνεχεία δε προέβη εις αγαθοεργά και κοινωφελή έργα. Υπήρξεν ενθουσιώδης και φιλοπρόοδος Μητροπολίτης. Τω 1841 απεμακρύνθη εκ της Μητροπόλεως, διότι δεν υπέκυψεν εις τους ιδιοτελείς σκοπούς των προυχόντων του Αργυροκάστρου, αναφέρων χαρακτηριστικώς περί αυτών εις ειρωνικόν επίγραμμα, το οποίον ο ίδιος έγραψεν εν τω παραθύρω της Μητροπόλεως κατά την αναχώρησίν του: «Αρυγρόκαστρον γη άνυδρος και ξηρά και χαλκείον πάσης κακίας και μηχανορραφίας». Βραδύτερον εγένετο Μητροπολίτης Κορυτσάς (1845). Επί των ημερών του ανεκαινίσθη το μητροπολιτικόν μέγαρον και με την αξίωσίν του ανηγέρθη μεγαλοπρεπές διδακτήριον εν Κορυτσά. Προσέτι δια των αιματηρών οικονομιών του επροίκισε τα σχολεία του Αργυροκάστρου, δια του σημαντικού δια την εποχήν εκείνην ποσού των δέκα πέντε χιλιάδων γροσίων. Απέθανεν εν Κορυτσά τω 1874.
3. Νικόδημος Άκρης (1841-1845). Πρώην Τυρουλλώης. Κατήγετο εκ Κριθίας της Θρακικής Χερσονήσου. Ακολουθών και αυτός τα ίχνη του προκατόχου του Νεοφύτου εσυνέχισε το εκπαιδευτικόν του πρόγραμμα μετά του αυτού ζήλου. Ο κώδιξ του Δελβίνου εκφράζεται επαινετικώς περί τούτου. Μη δυνηθείς να εκπληρώση τας οικονομικάς υποχρεώσεις προς το Πατριαρχείον εκηρύχθη έκπτωτος και εξωρίσθη εις Άγιον Όρος, ένθα φαίνεται ότι και απέθανε.
4. Παντελεήμων (1848-1967), πρώην Κλαυδιουπόλεως. Κατήγετο εκ Κριθίας της Θρακικής Χερσονήσου. Ενθουσιώδης τύπος και ορμητικός επαναστάτης συμμετέσχε σκανδαλωδώς εις μυστικάς επαναστατικάς οργανώσεις. Εξ αιτίας του εξέσπασε η εγκυμονούσα τότε επανάστασις του 1854, η οποία ως άκαιρος απέτυχε. Κατηγορηθείς και καταγγελθείς υπό του Μουφτή Αργυροκάστρου ως υποθάλπων ληστάς ηθωώθη παρά του Πατριαρχείου τω 1858. Βραδύτερον ήλθεν εις προστριβάς και έριδας μετά της δημογεροντίας του Αργυροκάστρου δια πολλά υπ’ αυτού πραχθέντα σφάλματα, ήτοι «παρανομίας διαφόρους, ιεροσυλίας τρομεράς, αρπαγάς και αδικίας πλείστας όσας, βιαιοπραγίας…». Μεταμεληθείς δια τα αμαρτήματά του ταύτα απεφάσισε να μονάση εις Άγιον Όρος, αλλ’ ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, προς όν εξέθεσε τα γεγονότα λεπτομερώς, απέστειλεν αυτόν υπό συνοδείαν κληρικών εις το Πατριαρχείον Κων/πόλεως, ένθα και ετέθη υπό εκκλησιαστικήν επιτήρησιν. Την 16 Δεκεμβρίου 1867 ηθωώθη υπό της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου «κατά το πνευματικόν μέρος». Ο κώδιξ του Δελβίνου ομιλεί επαινετικώς περί τούτου, ότι ήτο «πεπαιδευμένος εις τα εκκλησιαστικά, μέγας εραστής της τεταγμένης εκκλησιαστικής ακολουθίας, φιλόμουσος και φίλος των φώτων». Ο Παντελεήμων διήλθε τας τελευταίας ημέρας της ζωής του εις το Άγιον Όρος, ένθα και απέθανε.
5. Ματθαίος Πετρίδης (1867-1876). Διαπρεπής ιεράρχης εκ Βρυούλων Σμύρνης. Εξελέγη Μητροπολίτης την 15 Σεπτεμβρίου 1867 και την 17 του ιδίου μηνός εχειροτονήθη. Ο κώδιξ του Δελβίνου αναφέρει δια την Ματθαίον ότι ήτο άνθρωπος λογικός, ρέκτης, φιλόμουσος και μεγαλεπήβολος. Επί των ημερών του ιδρύθη εν Αργυροκάστρω το πρώτον παρθεναγωγείον και επερατώθη ο νυν ναός του Δελβίνου, τον οποίον τω 1795 είχον κατεδαφίσει οι μπέηδες. Ωργάνωσε τα σχολεία εις βαθμόν επίζηλον. Έδιδε δέκα λίρας το έτος εξ ιδίων προς συντήρησιν κοινοτικού ιατρού. Υπήρξεν ιεράρχης ακάματος και αεικίνητος, δίδων πάντοτε το παρόν, όπου τα υψηλά καθήκοντα εκάλουν αυτόν. Μετετέθη εις την Μητρόπολιν Πελαγωνείας και είτα εις την Μητρόπολιν Αδριανουπόλεως Θράκης.
6. Άνθιμος Γκέτζης (1876-1880), πρώην Δερβών. Κατήγετο εκ Βερατίου. Επί των ημερών του εξέσπασεν η άτυχος επανάστσις του Λυκουρσίου (1878), ήτις επεσώρευσεν εις τους χριστιανούς πολλάς συμφοράς. Ο Άνθιμος κατά την επανάστασιν ευρέθη πλησίον του χειμαζομένου ποιμνίου του. Κατώρθωσε να παύση την περαιτέρω αιματοχυσίαν, τας βιαιοπραγίας και λεηλασίας και εβοήθησε να εξέλθη ο τόπος από την σκληράν εκείνην περιπέτειαν με όσον το δυνατόν ολιγωτέρας θυσίας, δια γενικής προς όλους τους επαναστάσας αμνηστίας. Βραδύτερον ήλθεν αντιμέτωπος προς τον πανίσχυρον Αλβανικόν Σύνδεσμον, όστις ήθελε να εισαγάγη την διδασκαλίαν της Αλβανικής γλώσσης εις τα Ελληνικά σχολεία. Υπέστη αρκετάς ταλαιπωρίας εκ της περιπετείας αυτής. Τω 1880 παρητήθη οικειοθελώς.
7. Κλήμης (1880-1888), πρώην Σταγών. Κατήγετο εξ Ελβασανίου.
Υπήρξε λόγιος ιεράρχης. Έγραψε περισπουδάστους εκκλησαστικούς λόγους, τους οποίους βραδύτερον διεσκεύασε και εδημοσίευσεν ο Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος Παπαχρήστου. Ελθών εις ρήξιν μετά των προυχόντων της επαρχίας του μετετέθη τη ενεργεία αυτών εις την Μητρόπολιν Γρεβενών.
8. Κοσμάς Ευμορφόπουλος (1886-1892), εκ Μαδύτου. Εγένετο από Μ. πρωτοσύγκελος Μητροπολίτης εις ηλικίαν 28 ετών. Υπήρξεν ιεράρχης πείσμων, αυταρχικός και διοικητικώς ανεπαρκής ως προς την εκτέλεσιν των ποιμαντικών του καθηκόντων. Εξ αιτίας αυτού έκλεισαν τα Ζωγράφεια διδασκαλεία, τα οποία ήσαν ο πνευματικός φάρος όλης της Ηπείρου. Ήλθε πολλάκις αδικαιολογήτως εις προστριβάς δι’ ασημάντους αιτίας προς τας Τουρκικάς αρχάς. Κατήργησεν εκ πείσματος την δημογεροντίαν της επαρχίας του. Δια τας πράξεις του ταύτας, υπέστη πολλούς διωγμούς και πολλάς ταπεινώσεις. Οι αντίπαλοί του τέλος επέτυχον την μετάθεσιν αυτού εις την Μητρόπολιν Βερροίας, εκείθεν δε μετετέθη εις την Μητρόπολιν Πρεβέζης, ένθα και απέθανε τη 14 Σεπτεμβρίου 1901.
9. Κωνστάντιος (1892-1894), πρώην Σερβίων και Κοζάνης. Ήτοι ιεράρχης πεπαιδευμένος, σώφρων και ενάρετος. Κατώρθωσε να καθησυχάση τα πνεύματα και να επαναφέρη εν τη επαρχία του τάξιν και ομόνοιαν. Επανήλθεν ως Μητροπολίτης εις την πατρίδα του Κοζάνην, ένθα και απέθανε.
10. Γρηγόριος (1894-1899), πρώην Σερβίων και Κοζάνης. Το κοσμικόν του όνομα ήτο Ιωάννης Προδρόμου.κατήγετο εκ Πλωμαρίου της Μυτιλήνης. Εγεννήθη τω 1841. Εσπούδασεν εν τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Διετέλεσεν ιεροκήρυξ και αρχιδιάκονος του Μητροπολίτου Αδριανουπόλεως. Υπηρέτησεν επί οκταετίαν ως διδάσκαλος και ιεροδιάκονος εν τω Γαλατσίω της Ρουμανίας. Εχρημάτισε Μητροπολίτης Τραπεζούντος, Ρόδου και κατ’ Ιούλιον του 1894 εγένετο Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως. Ήτο εκκλησιαστικός ρήτωρ αμίμητος. Κατά Μάϊον του 1899 δι’ ασήμαντον αφορμήν επαύθη και εστάλη βιαίως εις εξορίαν.
11. Λουκάς Τρικώλης ή Πετρίδης (1899-1909), πρώην Αίνου. Κατήγετο εκ Μαδύτου της Ανατολικής Θράκης. Άνθρωπος φιλήσυχος, περιώρισε την δράσιν του εις τα καθαρώς υπηρεσιακά του καθήκοντα. Το πρώτον εξελέγη Μητροπολίτης Σερρών τω 1886, ως Μητροπολίτης δε Δρυϊνουπόλεως έφερε τον τίτλον «υπέρτιμος». Επί της εποχής του υπέφερον πολλά οι Χριστιανοί της επαρχίας του εκ μέρους των Μουσουλμάνων Αλβανών. Την 27 Αυγούστου 1909 μετετέθη εις την Μητρόπολιν Βερροίας και Ναούσης.
12. Βασίλειος Παπαχρήστου (1909-1924), πρώην Βελεγράδων. Εγεννήθη εις Άνω Λάμποβον τω 1858. Εμαθήτευσεν εν Κων/πόλει και απεφοίτησε της Θεολογικής Σχολής Χάλκης τω 1882, αφού υπέβαλεν εν αυτή εναίσιμον διτριβήν, δι’ ης ανεκηρύχθη διδάκτωρ. Εχρημάτισε καθηγητής των εν Κεστορατίω Ζωγραφείων Διδασκαλείων της Ηπείρου παρά τω Αργυροκάστρω, προσέτι δε καθηγητής και ιεροκήρυξ εν Αργυροκάστρω, εν Σέρραις, εν Αδριανουπόλει της Θράκης και εν Κων/λει. Τω 1893 ανεδείχθη τιτουλάριος Επίσκοπος Δαφνουσίας και εστάλη εις Σιδηρόκαστρον και τω 1894 εις Μελένικον της Μακεδονίας. Τω 1894 προήχθη εις την Μητρόπολιν Λιτίτσης και κατά τα έτη 1895-1896 διετέλεσε τοποτηρητής της Μ. Πρωτοσυγγελλίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ακολούθως μετετέθη εις την Μητρόπολιν Παραμυθίας (1897-1900), είτα εις την Μητρόπολιν Βελεγράδων (1900-1909) και τέλος εις την Μητρόπολιν Δρυϊνουπόλεως, Δελβίνου και Χειμάρρας (1909). Την 22 Σεπτεμβρίου 1916 απηλάθη βία υπό των Ιταλικών αρχών, ως επικίνδυνος δια την δημοσίαν ασφάλειαν, οπότε μετέφερε την έδραν του εις Δελβινάκιον της ελευθέρας Ηπείρου. Έγραψε πολλά ηρωελεγεία. Απέθανε εν Αθήναις τη 26 Φεβρουαρίου 1936 και ετάφη εν Δελβινακίω.
Ο Βασίλειος χαρακτηρίζεται ιεράρχης λόγιος, αγαθός, ηθικός, μειλίχιος, φιλάνθρωπος και προσιτός εις όλους. Ηγωνίσθη σθεναρώς δια τα δίκαια της Β. Ηπείρου και διετέλεσεν υπουργός κυβερνήσεως της Αυτονόμου Β. Ηπείρου. Ο Βασίλειος εις την ιστορίαν του Βορειοηπειρωτικού αγώνος θα κατέχη πάντοτε μίαν από τας πρώτας θέσεις των γενναίων προμάχων της Ελευθερίας. Με τον Βασίλειον τερματίζεται η ιστορία της Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, έκτοτε δε ακολουθεί νέα σελίς με το αυτό μεν όνομα, αλλά με κέντρον ουχί πλέον την Δρυϊνούπολιν της Β. Ηπείρου, αλλά το Δελβινάκιον της ελευθέρας Ηπείρου.